Παράλληλες αναγνώσεις: Καζαντζάκης - Καραγάτσης

0 σχόλια


Μια σύμπτωση, απ΄αυτές που σχεδόν ηδονικά πια αφήνω να με παρασύρουν στην επιλογή των γραπτών συντρόφων μου, με οδήγησε μπροστά σε δυο βιβλία, που διάβασα συνδυασμένα: τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη και τον Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου του Καραγάτση. Διχάστηκα ποιο να διαβάσω πρώτο. Αποφάσισα να ακολουθήσω την “ιστορική” διαδοχή, όχι των γεγονότων ούτε της συγγραφής αλλά της απομυθοποίησης. Έτσι προηγήθηκε ο ιδανικός Καπετάν Μιχάλης του τέλους του 19ου αιώνα και ακολούθησε ο εξωμότης Μίχαλος Ρούσης των πρώτων επαναστατικών ημερών του 1821. 
Η κλασσική, συναρπαστική, πληθωρική γραφή του Καζαντζάκη είναι ανάλογη της επικής φιγούρας όχι μόνο του ήρωα αλλά και όλων των Κρητών συμπατριωτών του. Τα ανθρώπινα πάθη – με σοφή περιγραφή δοσμένα- δεσμεύονται και υποτάσσονται τελικά στο σκοπό της λευτεριάς. Έτσι η τραγικότητα των ηρώων γίνεται το εφαλτήριο της υπέρμετρης αρετής τους, και αντίστροφα. Ένας κόσμος ιδανικός μέσα από την αγάπη του συγγραφέα για το μικρό και το μεγάλο κάθε ανθρώπου. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για το στερνό έργο του συγγραφέα, τότε πρόκειται καθαρά για μεταφυσική!
“Όλη νύχτα ζυγάριαζε στο νου του ποιο δρόμο να διαλέξει, όχι για τον απατό του, αυτόν τον είχε κιόλα παρμένο, παρά για τους συντρόφους του…Κανένας τους δεν έκλεισε μάτι. Κι ως χτύπησε ο ήλιος το βουνό, σούρθηκαν ένας ένας στο καραούλι του καπετάνιου…Μα αυτός είχε καρφωμένα τα μάτια στις πέτρες και πρόσμενε να καταπάψει ο χόχλος της καρδιάς του… Αστραπές, αστραπές ξέσκιζαν το νου του η Κρήτη, το Θρασάκι, η Κερκέζα, το μοναστήρι του Αφέντη Χριστού…Έβριζε, κρατούσε μιαν πέτρα, την έστυβε, κι η φούχτα του είχε γεμίσει αίματα. Μια στιγμή τα χείλη του, τα φρύδια του, τα μάτια του έπαιξαν. Κοίταξε γύρα τους συντρόφους, κάτω την Τουρκιά, απάνω τον ακατοίκητο ουρανό… “Ελευτερία ή θάνατος! μουρμούρισε κουνώντας άγρια την κεφάλα του. Ελευτερία ή θάνατος, έ κακομοίρηδες Κρητικοί! Ελευτερία και θάνατος! Αυτό πρέπει να γράψω εγώ στο μπαϊράκι μου. Αυτό ‘ναι το αληθινό μπαϊράκι του κάθε αγωνιστή! Ελευτερία και θάνατος! Ελευτερία και θάνατος!” Είπε κι αλάφρωσε. Κατάλαβε. Ύστερα από τόσα χρόνια, κατάλαβε. Η καρδιά του στερεώθηκε…” (Νίκου Καζαντζάκη, Ο καπετάν Μιχάλης, εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1981, σ.532-3)
Αντίθετα, ο ήρωας του Καραγάτση φαίνεται απόλυτα σύγχρονος στις αμφιταλαντεύσεις του ψυχισμού του, που φαλκιδεύουν ακόμα και τη στιγμή της υπέρμετρης τόλμης του απέναντι στον Τούρκο. Η γραφή του Καραγάτση είναι εξίσου μοντέρνα, τόσο, που ακυρώνει την όποια αληθοφάνεια του υπόλοιπου σκηνικού. Μου θύμισε έντονα τις εναγώνιες αναζητήσεις της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα και θαρρώ πως και ο συγγραφέας του βίωσε εξίσου την ίδια αμηχανία. Νομίζω επίσης ότι δεν προετοίμασε επαρκώς το ψυχικό υπέδαφος της αλλαξοπιστίας του Μίχαλου, και γενικά η πλοκή είναι εμφανώς εξωθούμενη. Η πληροφορία ότι το έργο γράφτηκε το 1944 ήταν το μόνο υπερασπιστικό στοιχείο της αντίφασής του, ως κάλεσμα ενωτικό του λαού και καταδικαστικό των συνεργατών του κατακτητή.
“Κι ύστερα βασιζόταν στους ανθρώπους. Ή καλύτερα, στην αγάπη των ανθρώπων. Ήξερε πως ο Θεός τον είχε πλάσει αχαρακτήριστο κι αξιαγάπητο. Ίσως το δεύτερο να ήταν συνέπεια του πρώτου. Οι άνθρωποι με τους συνεπείς κι ακλόνητους χαραχτήρες, γεννούν την εχτίμηση των ολίγων και τη συμπάθεια κανενός. Επειδή μοιραία θα ‘ρθουν σε σύγκρουση με τη μαζική παλιανθρωπιά του ανθρώπινου κοπαδιού και τη στενόκαρδη συναγωνιστική αντιζηλία των “αδέκαστων’. Ενώ οι ‘ελαστικοί’, οι ‘ευέλικτοι’, οι ‘σκεπτικιστές’, οι ΄προσγειωμένοι’, οι ‘πολιτικοί’, οι ‘εύστροφοι’ – πόσα εύηχα επίθετα βρήκε ο άνθρωπος για να μασκαρέψει την παλιανθρωπιά του - προσαρμόζουν αυτόματα την άφθαστη ρευστότητά τους στο καλούπι της πανανθρώπινης παλίρροιας. Είναι τα καλά παιδιά, οι συμπαθητικοί τύποι, οι χρυσές καρδιές, οι ευχάριστοι σύντροφοι, οι άχρωμοι άνθρωποι, που όχι μονάχα δεν ενοχλούν κανένα με την ανύπαρχτη προσωπικότητά τους, μα και κολακεύουν όλες τις μικροπρέπειες με τη μικροψυχία τους. Μ’ ένα λόγο έχουν εκείνο που λέγεται “γενικότερη κατανόηση’, πράμα που τους κάνει συμπαθέστατους." (Μ.Καραγάτση, Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ.161-2)
Άλλη μια φορά όμως «μπράβο» στην τολμηρή και πρωτοπόρα ματιά του Καραγάτση, που ξεχώρισε και ανέδειξε την ταξική πλευρά του Αγώνα του 21 και γκρέμισε τους μύθους της Αγίας Λαύρας και του πρωτοστάτη κλήρου.
“Η Επανάστασις. Ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι εμείς την εκηρύξαμεν. Πρόκειται περί τεχνάσματος που εμηχανεύθημεν – το ομολογώ – δια να επανορθώσωμεν εκ των υστέρων τα σφάλματα και τας αβλεψίας μας.» λέει συντετριμμένος ο δεσπότης Δωρόθεος…. “Η Επανάστασις εξέσπασεν εντός του λαού των Ελλήνων, ως έκρηξις θεϊκής οργής κατά της τυραννίας… Και μας εύρεν εις τα Καλάβρυτα περιδεείς και εκπλήκτους περί του πρακτέου. Διότι, καθώς καλώς γνωρίζεις, την επανάστασιν ηθέλαμεν να την κάνωμεν εμείς, όπως και όταν ηθέλαμεν…”
Και αλλού, όπου μιλά ο Πανάγος, υπηρέτης του κοτζάμπαση: “Οι κοτζαμπάσηδες λένε ασήδες τους καπετάνιους και οι καπετάνιοι προδότες τους κοτζαμπάσηδες. Οι κοτζαμπάσηδες θέλουν να πάρουν το καπετανλίκι, δίχως να ξέρουν πώς πιάνεις την πιστόλα. Κι οι καπετανέοι το γκουβέρνο, δίχως να ξέρουν πώς πιάνεις την πένα. …πας να πολεμήσης τον Τούρκο; Πεντάρα δεν έχει το γκουβέρνο να σε θρέψει. Σε στέλνουν να χτυπήσης τον Κολοκοτρώνη; Γέμισε γρόσια το κεμέρι σου…” (ο.π.,σ.170)
Και αλλού: “Το τομάρι τους ήθελαν να σώσουν οι προεστοί. Τα καταχρεωμένα χτήματά τους να γλυτώσουν, μες στην αναμπουμπούλα της επανάστασης! Να λευτερωθούν με το αίμα του έλληνα χωριάτη, από την τυραννία του τούρκου, για να ξεζουμίζουν ύστερα μόνοι τους, αυτοί, τον έλληνα χωριάτη με την ησυχία τους…..Ώσπου στο τέλος, κατάντησε να βλέπη, οΡωμιός χωρικός, τον κοτζάμπαση για εχτρό χειρότερο απ΄τον Τούρκο.” (ο.π., σ.47-8)
0 σχόλια
Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΝΟΣ ΟΙΣΤΡΗΛΑΤΟΥ1


Ο Καραγάτσης αποχαιρετώντας μας στο σχεδίασμα της αυτοβιογραφίας του , σημειώνει με το γνωστό ειρωνικό του πνεύμα:
 «Έγραψα πολλά και διάφορα έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Απορώ πώς το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δε μου έδωσε ακόμα το βραβείο της Αρετής. Δεν επείραξα ποτέ μου συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου, όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ιδίοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο!»


Να λοιπόν που «ο Καραγάτσης έχει τη μοίρα των συγγραφέων που το κοινό τους διαβάζει και τους λατρεύει αλλά δεν ασχολείται μαζί τους η επίσημη κοινότητα», όπως λέει ο διευθυντής της Νέας Εστίας, Σ. Ζουμπουλάκης. Αμήχανα ως πολεμικά στάθηκε απέναντί του, όπως ακριβώς στον Καρυωτάκη, η λογοτεχνική κριτική της εποχής του, που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί το φαινόμενο Καραγάτσης . Τα ξαφνιάσματα τής ήρθαν πολλά: αποδείχθηκε ευρύτερος από την εποχή του, μια εποχή αγκυλώσεων εθνικών και πολιτικών, πληθωρικός, ανοικτόμυαλος, ενάντια στο λογοτεχνικό κατεστημένο και κάθε δογματισμό.
 Ο ίδιος γράφει στον «Κίτρινο Φάκελλο», παρουσιάζοντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια και τόλμη την ουσία της πολεμικής εναντίον του: «Ο φρόνιμος μυθιστοριογράφος χρωστάει να μας κολακεύει, περιγράφοντάς μας όπως εμείς νομίζουμε ότι είμαστε, κι όχι όπως νομίζει αυτός. Όταν μάλιστα με δυναμικά επιχειρήματα κατορθώνει να κλονίζει την υπερβατική αυτοπεποίθησή μας, τότε αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, άξιο να παταχθεί αμείλικτα.»

 Η σχετικά μικρή – σε σχέση με τον σκυταλοδρόμο αυτό της διήγησης - βιβλιογραφία για τον Καραγάτση, απαρτίστηκε από εργασίες μελετητών – αναγνωστών που πίστεψαν στον ίδιο και στο έργο του και στάθηκαν με θαυμασμό μπροστά στο αυτοφυές τάλαντο του παραμυθά: οιστρήλατος, έγραφε εν θερμώ, prima vista, πιστός στη φυσικότητα και αμεσότητα της γραφής, “με αντίληψη της συγγραφής ως παιχνιδιού, αποτέλεσμα όχι μόνο μιας αφηγηματικής άνεσης, αλλά και μιας ευέλικτης και χαλαρής στάσης απέναντι στη ζωή και στον κόσμο”.
Σε συνέντευξή του ο συγγραφέας απολογείται: «Ναι, μα δεν πιάνω το μολύβι προτού δουλέψω μέσα μου το θέμα χρόνια ολόκληρα. Π.χ. την ιδέα του Γιούγκερμαν τη βρήκα το 1932 και μόνο τον Ιανουάριο του 1936 έγραψα την πρώτη αράδα. Μα ήταν πια έτοιμο το μυθιστόρημα μέσα μου. Δεν είχα παρά να το ρίξω στο χαρτί. Γι’ αυτό τα πρώτα χειρόγραφά μου είναι και τα τελευταία. Ένα μικρό χτένισμα κάνω μονάχα, μετά το γράψιμο. Γιατί αλλιώς φοβάμαι πως θα καταστρέψω τη δημιουργία μου.»
Και στον αυτοαναφορικό «Κίτρινο Φάκελλο», αποκηρύσσοντας την κατηγορία του προχειρογράφου: «Εννοώ πως ο καλλιτέχνης, την ώρα που γράφει, αυτοχασισώνεται σα δερβίσης. Παραδίνεται στις παρορμήσεις του και χάνει τον κριτικό έλεγχο. Αυτό το μεθύσι διαρκεί και μετά το τέλος της συγγραφής, όσο το κείμενο εξακολουθεί να παραμένει χειρόγραφο.»
 Έτσι ο Καραγάτσης αποκαθιστά μια σχέση με τον εαυτό του που παίρνει τη μορφή της αυτοανάλυσης και που επικεντρώνεται στην επισήμανση ενός ισχυρού εγωισμού.

Ο συγγραφέας κινείται ελεύθερα, μακριά από τις παραδοσιακές φόρμες της καθαρής λογοτεχνίας. Παράδειγμα οι συχνές εντυπωσιακές παρεκβάσεις του, δηλωτικές ενός ανθρώπου ανήσυχου, που ασφυκτιεί , και στις οποίες στηρίχθηκε η κατηγορία της χαλαρής πλοκής, που όμως εμείς σήμερα βρίσκουμε απροσδόκητα μοντέρνες. Ξάφνου, μέσα στις σελίδες του συναντάμε απόψεις για όλα τα θέματα: επιστήμη, δίκαιο, λογοτεχνία, κριτική, οικονομία, πολιτική, ιστορία, ιατρική, ψυχολογία. Κοινός τόπος όλων είναι η διεισδυτική παρατήρηση και κριτική ενός ευφυέστατου πνεύματος, που ανυψώνεται διαφοροποιημένο από τα κοινώς αποδεκτά, ρηξικέλευθου, προοδευτικού, με βαθιά, φιλοσοφημένη αίσθηση των ανθρωπίνων.
«-Είστε δικτατορικός; ρώτησε ο κ. Μουστάφης, κοιτώντας το ρολόι του.
-Θα ήμουν, απαντά ο διακεκριμένος και μισάνθρωπος λογοτέχνης του “Κίτρινου Φακέλου”, αν υπήρχε τρόπος να διορισθεί δικτάτωρ ο καταλληλότερος... Για μια στιγμή σκέφτηκα να γίνω αριστοκρατικός. Λογικά η ασήμαντη μειοψηφία των νοημόνων και αγαθών πρέπει να αποτελεί την καλύτερη κυβέρνηση του συνόλου. Συμβαίνει όμως ότι ενώ οι αμέτρητοι ηλίθιοι μπορούν να συνταιριάξουν τις πεντέξι ανόητες συλλήψεις τους, οι ελάχιστοι νοήμονες, έχοντας ξεχωριστή προσωπικότητα καθένας, έχουν και ξεχωριστές ιδέες. Κάθε συνεννόηση μεταξύ τους είναι αδύνατη. .. Έτσι δια της εις ατόπου απαγωγής, ξαναπέφτουμε στη διακυβέρνηση των ηλιθίων. Φαύλος κύκλος ασφυκτικός...»


Αλλού και για άλλο θέμα:
«Το προσκύνημα των τάφων το θεωρώ μάταιη επίδειξη ανύπαρκτων, πολλές φορές, αισθημάτων. Και το δικαιολογώ μόνον από τη δύναμη μιας τρισχιλιόχρονης εθνικής και θρησκευτικής παράδοσης.... Μπορώ να λατρέψω τη μνήμη τους οπουδήποτε κι οποτεδήποτε... ο τόπος όμως όπου κείτεται το φθαρτό σκήνωμα μιας ανύπαρκτης πια ζωικής οντότητας, δεν με συγκινεί. Το κάψιμο των νεκρών και το σκόρπισμα της σποδού στους τέσσερις ανέμους είναι συνεπέστερο στο φθαρτό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.»


Όπως και να έχει πάντως, ο Καραγάτσης παρέμεινε πιστός στην παραδοσιακή φόρμα της πεζογραφίας, την άδολη πλοκή, γεγονός που αποτελεί την πρώτη αιτία της αναγνωσιμότητάς του.

Στο ίδιο πλαίσιο της βαθιάς του επιθυμίας να ανατάμει τα ανθρώπινα, εμπίπτει και το ενδιαφέρον του ερασιτέχνη ιστοριοδίφη Καραγάτση: προσπαθεί να αναχθεί στα κίνητρα της ανθρώπινης δράσης, αναζητώντας τα αίτια των ιστορικών γεγονότων και απομυθοποιώντας με τη μυθοπλασία του πρόσωπα και καταστάσεις. Ζήτησε να εκλαϊκεύσει την επιστημονική ιστορική γνώση για τον απλό Έλληνα και τα παιδιά του, χωρίς βέβαια να ξεφύγει από τον υποκειμενισμό κάθε ιστορικής γραφής. Εισηγείται τη δυνατότητα μιας άλλης, ενεργητικής ή βίαιης ανάγνωσης του ιστορικού παρελθόντος . Το μόνο συντηρητικό στοιχείο του είναι η σταθερή ελληνοκεντρική ματιά του, χαρακτηριστικό και της γενιάς του, της γενιάς του ’30, που ενώ οραματίστηκε μια εθνική αναγέννηση, το βλέμμα της στράφηκε αποκλειστικά στο βυζαντινό και λαϊκό παρελθόν.


Από το βιβλίο του “Σέργιος και Βάκχος”,που χαρακτηρίστηκε ιστορικό καλαμπούρι και μου θύμισε έντονα την ιστορική περιπέτεια του Τσιφόρου, οι δύο ήρωες, άγιοι της ορθόδοξης εκκλησίας σκέφτονται για το Σχίσμα των Εκκλησιών:


-Β: Ναι μωρέ! Έτσι μου ‘ρχεται να τους πιάσω από το καρύδι και να τους πω: “Πώς ξέρεις, κεφαλή πεφυσιωμένη, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα! Κι εσύ, υπερφίαλο υποκείμενο, πού το βρήκες ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό αντάμα; Ποιος σου το είπε; Κατέβηκε ο Θεός από τον ουρανό να εμπιστευτεί τα μυστικά Του στην αφεντομουτσουνάρα σου;”
-Σ: Πολύ καλά θα έκανες, αν τα πράγματα ήταν έτσι. Δυστυχώς δεν πρόκειται για αλαζονεία, αλλά για ματαιοδοξία…


Από το ίδιο βιβλίο για μια άλλη επίμαχη περίοδο:
-Καθηγητής:… Η Αλβανία πρώτα, η Κατοχή και η Μέση Ανατολή ύστερα. Ο Συμμοριτοπόλεμος τώρα… που τον αποκαλέσαμε έτσι γιατί δε θέλουμε να παραδεχτούμε πως είναι εμφύλιος…
-Σ: Εμφύλιος;
-Κ: Το περίμενα πως θα διαμαρτυρηθείτε και θα μου πείτε πως οι Συμμορίτες είναι όργανα ξένων κρατών. Δεν το αρνούμαι. Αλλά πώς να παραβλέψουμε ότι πρόκειται για μέλη του ελληνικού έθνους;
-Σ: Κανονικά οι Έλληνες αυτοί θα έπρεπε να κατηγορηθούν για προδότες… Αλλά φρονώ ότι ο Μαρξισμός είναι κάτι σα θρησκεία, που φανατίζει τους πιστούς του στο έπακρο. Το ίδιο δε γίνηκε τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού; Οι χριστιανοί τότε κατηγορήθηκαν για προδότες. Η ιστορική κριτική όμως απέρριψε αυτή την ασύστατη κατηγορία.
-Κ: Χαίρω πολύ ακούγοντας να μιλάτε έτσι. Βέβαια δεν είσαστε μαρξιστής, όπως δεν είμαι κι εγώ. Βλέπω όμως πως αντικρίζετε τα σπουδαία αυτά ζητήματα με ανωτερότητα πνεύματος, όχι συνηθισμένη σε καιρούς οξυτάτων πολιτικών διενέξεων…

 Η Αριστερά στάθηκε αμήχανα απέναντι στο έργο του. Ο Καραγάτσης κατηγορήθηκε ως θεωρητικός θεμελιωτής της μετεμφυλιακής δεξιάς: της αστικής απληστίας της , του απολιτικού τυχοδιωκτισμού, της ελιτίστικης συγκατάβασης. Θεωρώ άδικη την κρίση αυτή, γιατί ήταν από τη φύση του “φιλόκαινος” και από πεποίθηση “θαυμαστής κάθε προόδου” , χαρακτηριστικό που στην τέχνη της γραφής μεταπλάστηκε σε ρεαλισμό, τόσο κοντά συχνά στον ανηλεή νατουραλισμό, και στο σπιρτόζικο και ειρωνικό του πνεύμα. Έσπασε τα στεγανά του λυρισμού και του ρομαντισμού, καθιερώνοντας τον εαυτό του ως τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του κοινωνικού ρεαλισμού.
Ο ευρύτερος αφηγηματικός του χώρος είναι η πόλη. Ο αφηγητής ακολουθεί τους ήρωές του και την ισχύ του πάθους τους μέσα στους τέσσερις τοίχους: στα σπίτια της κοσμικής ελίτ, στην ταβέρνα της πειραιώτικης αλμύρας, στις παράγκες των συνοικιών, στον ιδρώτα της ανυπεράσπιστης φάμπρικας. Η φύση μόνο ως νοσταλγία ή ως φευγαλέο σκηνικό τους συνοδεύει. Αναζητά σταθερά την ταυτότητα της νέας ελληνικής κοινωνίας διαχρονικά, χτίζει στο όνειρο του αστικού εκσυγχρονισμού, παρατηρώντας όλες τις κοινωνικές τάξεις, με ηθικό υπομνηματισμό , όχι όμως διδακτισμό.
Τέλος, η γλώσσα του, τελείως προσωπική αφού συνοδεύει την γοητευτική ατημελησία του ύφους του, αποτυπώνει με σεβασμό κάθε κοινωνική ιδιόλεκτο της δημοτικής .






“Η κυρία Λιλίκα κάθεται λίγο πιο πέρα και καταβάλλει απεγνωσμένες προσπάθειες να μη χασμουρηθεί. Ο άντρας της της εξήγησε πολλές φορές ότι η τύχη της είναι αξιοζήλευτη… Επισκέψεις στον Παλαμά, παρέα με το Σικελιανό, σχέσεις με τον Ξενόπουλο,… το Βεάκη, την… Κοτοπούλη,… τους εξέχοντες δημοσιογράφους. Μπήκε στο πιο κλειστό κύκλο της ελληνικής διανόησης, που μάταια οι σνομπ προσπαθούν να εκπορθήσουν… Τι άλλο ήθελε; Η κυρία Λιλίκα παραδέχεται πως ο σύζυγός της έχει δίκαιο αντικειμενικά. Υποκειμενικά όμως όλες τούτες οι μεγαλοφυϊες την κάνουν να πλήττει θανάσιμα. Είναι μόλις εικοσιτριών χρονών, ψοφάει για γλεντάκι και χορό με αδιανόητους νεαρούς- φοξτρότ, τσάρλεστον και ρούμπα. Τρελαίνεται για σαχλοκουβεντούλα με κοπέλες συνομήλικές της, για ερωτοδουλειές, φουστάνια, υπηρέτριες και κοτσομπολιά…. Αμ’ οι εκδρομές μετ’ αυτοκίνητο; Αμ’ το καμπαρέ με το ουίσκι και τα νούμερα; Τίποτε από αυτά δεν της προσφέρει ο άνδρας της. Στο σπίτι, μια κακόχυμη πεθερά, που την κατασπαράζει σαν ύαινα. Κι έξω από το σπίτι είκοσι κακόχυμοι γέροι, που μωρολογούν για ανώτερα τάχα πνευματικά πράματα. Που θαρρούν οι ηλίθιοι, πως μπορούν να την ξιπάσουν με τις συννεφοπαρμένες μπούρδες τους. Γιατί όλοι τους είναι λάγνοι σαν ουρακοτάγκοι. Τη γδύνουν με τα μάτια, τρέχουν τα σάλια τους σαν τη κοιτούν…


“Φάτσες στραπατσαρισμένες, μάτια υπεραιμικά. Μπαγκάζια, καλάθια, τσουβάλια, φωνές, ανακατωσούρα, σαστισμάρα. Νευρική πείνα θέριζε τα σωθικά. Οι κουλουράδες παρουσιάστηκαν, άγνωστο από πού, και δεν πρόφταιναν να χορτάσουν όλους τους λιμασμένους. Μετά το βουλιμικά καταβροχθισμένο κουλούρι γεννήθηκε δίψα αβάσταχτη, που την κατασίγασαν οι λεμονατζήδες με τις ‘παγωμένες’. ”


Είναι γνωστό πως σε όλο το καραγατσικό έργο ο έρωτας, σχεδόν πάντα ενοχικός, παίζει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο κάτι σαν έμμονη ιδέα, και μάλιστα “τις περισσότερες φορές αποτελεί το αναπόσπαστο μέλος του δίπολου έρωτας –θάνατος” , σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό αρχέτυπο. Μέσα από το πρίσμα του αιώνιου αγώνα επιβολής ανθρώπου σε άνθρωπο, ήρωες και ηρωίδες, παρασυρμένοι χωρίς ικανότητα αντίστασης στις απολαύσεις του σώματος, γεύονται με άμετρο πάθος έκλυτες και παράνομες ηδονές και βιώνουν στη συνέχεια τις καταστροφικές συνέπειες του Ριζικού και της Μοίρας. Γιατί ο Καραγάτσης αν και ο ίδιος δηλώνει ρασιοναλιστής και ματεριαλιστής, ως συγγραφέας αξιοποίησε στο έπακρο το υπερφυσικό και το μοιραίο, συνεπής στην έννοια του τραγικού ηδονισμού.


“Ξενύχτησε χθες, ως μετά τα μεσάνυχτα. Έμπλεξε με παρέα. Άρχισαν με κάτι ούζα στην αγορά. Κατόπιν πήραν σβάρνα τις γειτονιές, να ιδούν τις κοπέλες που πηδούσαν τις φωτιές του Κλείδωνα. Ζέστα πνιχτική, που οι φωτιές την αυγάτιζαν εξωτερικά και τα ούζα εσωτερικά. Πήδαγαν οι κοπέλες πάνω απ’ τις ψηλές φλόγες, ανασηκώνοντας τα φουστάνια ως τη μέση των μεριών. Κι όσο πηδούσαν, τόσο ερεθίζονταν, λες κι οι φλόγες γαργαλούσαν ηδονικά το υπογάστριό τους.”


“Από το ανοιχτό φουστάνι πρόβαλλαν τα γεμάτα μπράτσα της. Μόλις μαντευόταν η θερμή βελούδινη φωλιά της μασχάλης, με άμεση συνέχεια την άκρη του στήθους. Οι γυμνές σταυρωμένες γάμπες απόληγαν σε πόδι μικρό, γεμάτο, αλάθευτο σε κατασκευή, που μόλις το ‘κρυβαν τ’ ανοικτά σαντάλια. Πόδι ελληνικού αγάλματος, μοναδικό ηδονικό εργαλείο για τους μύστες.”





 Η πληθωρική προσωπικότητα του συγγραφέα όχι μόνο αντανακλάται στην ψυχοσύνθεση και τη βιοθεωρία των ηρώων του, όχι μόνο δανείζει το σαρκασμό της στον παντογνώστη αφηγητή, αλλά και επιβάλλει την παρουσία της μέσα στο ίδιο το αφηγηματικό σύμπαν. Ξάφνου ο Καραγάτσης εμφανίζεται ως ιστορικό πρόσωπο να μπλέκεται με άνεση στα νήματα του μυθιστορηματικού καμβά, όπως οι ζωγράφοι της Αναγέννησης απαθανατίζονταν σε μια γωνιά του πίνακά τους. Κορύφωμα της αφηγηματικής ελευθεριότητάς του είναι ο “Κίτρινος Φάκελλος”, έργο που αποτελεί μια πρωτοποριακή σύνθεση ενός μικτού είδους και ακροβατεί περίτεχνα ανάμεσα στο αστυνομικό ή μεταμυθοπλαστικό μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα πάθους, το θεατρικό διάλογο, το αυτοαναφορικό λογοτεχνικό δοκίμιο ή ένα κείμενο οραματισμού για τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας.
Εντύπωση επίσης προκαλεί ακόμα η θεατρική φλέβα που διέπει την αφήγησή του , είτε πρόκειται για μια ροή σκηνοθετικών οδηγιών που διαμορφώνουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για να φιλοξενηθεί η επόμενη σκηνή, είτε πρόκειται για καθαρό θεατρικό διάλογο, ευκαιρία για το συγγραφέα να εκθέσει τις απόψεις του, κάτι δηλαδή καθαρά πλατωνικό.


“Το θέλημα του Μάνου Τασάκου ήταν να γράψω ένα μυθιστόρημα για δικό του λογαριασμό …Προσπάθησα να το κάνω. Δεν ξέρω αν το πέτυχα, όπως ακριβώς θα το πεθυμούσε ο νεκρός φίλος μου….
Μια τελευταία λεπτομέρεια. Η υφή του μύθου με υποχρέωσε να γυμνώσω το κείμενο από λυρισμούς, μακροσκελείς περιγραφές και υποκειμενικές λοξοδρομίες ... Ο τρόπος αυτός δεν είναι ο πιο αρμόζων στην ορθόδοξη αφηγηματική πεζογραφία, αλλά προσιδιάζει μάλλον στο θεατρικό είδος. Δεν βλέπω όμως για ποιο λόγο, εφόσον η αρχιτεκτονική που υπαγορεύει ο μύθος το απαιτεί, να μην εφαρμόσουμε μια πρόσμιξη της θεατρικής τεχνικής με την αφηγηματική. Στην τέχνη, κάθε τρόπος που βοηθεί να φτάσουμε σ’ ένα συνεπές αποτέλεσμα, είναι θεμιτός.


Αυτός είναι ο ανεπανάληπτος Καραγάτσης. Και προσοχή! Γιατί, όπως γράφει ένας διαδικτυακός συνομιλητής, δεν μπορείς να αφήσεις κάτω βιβλίο του, χωρίς να φτάσεις στην τελευταία σελίδα!
  (Πρόκειται για εισήγηση της Θ.Μπαγανά στο αφιέρωμα στον Μ.Καραγάτση, που οργάνωσαν οι Σχολικές Σύμβουλοι Φιλολόγων ν.Σερρών και η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών στις 20-2-2009)
  
 

ΣΙΡΙΣ Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template