Παράλληλες αναγνώσεις: Καζαντζάκης - Καραγάτσης




Μια σύμπτωση, απ΄αυτές που σχεδόν ηδονικά πια αφήνω να με παρασύρουν στην επιλογή των γραπτών συντρόφων μου, με οδήγησε μπροστά σε δυο βιβλία, που διάβασα συνδυασμένα: τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη και τον Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου του Καραγάτση. Διχάστηκα ποιο να διαβάσω πρώτο. Αποφάσισα να ακολουθήσω την “ιστορική” διαδοχή, όχι των γεγονότων ούτε της συγγραφής αλλά της απομυθοποίησης. Έτσι προηγήθηκε ο ιδανικός Καπετάν Μιχάλης του τέλους του 19ου αιώνα και ακολούθησε ο εξωμότης Μίχαλος Ρούσης των πρώτων επαναστατικών ημερών του 1821. 
Η κλασσική, συναρπαστική, πληθωρική γραφή του Καζαντζάκη είναι ανάλογη της επικής φιγούρας όχι μόνο του ήρωα αλλά και όλων των Κρητών συμπατριωτών του. Τα ανθρώπινα πάθη – με σοφή περιγραφή δοσμένα- δεσμεύονται και υποτάσσονται τελικά στο σκοπό της λευτεριάς. Έτσι η τραγικότητα των ηρώων γίνεται το εφαλτήριο της υπέρμετρης αρετής τους, και αντίστροφα. Ένας κόσμος ιδανικός μέσα από την αγάπη του συγγραφέα για το μικρό και το μεγάλο κάθε ανθρώπου. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για το στερνό έργο του συγγραφέα, τότε πρόκειται καθαρά για μεταφυσική!
“Όλη νύχτα ζυγάριαζε στο νου του ποιο δρόμο να διαλέξει, όχι για τον απατό του, αυτόν τον είχε κιόλα παρμένο, παρά για τους συντρόφους του…Κανένας τους δεν έκλεισε μάτι. Κι ως χτύπησε ο ήλιος το βουνό, σούρθηκαν ένας ένας στο καραούλι του καπετάνιου…Μα αυτός είχε καρφωμένα τα μάτια στις πέτρες και πρόσμενε να καταπάψει ο χόχλος της καρδιάς του… Αστραπές, αστραπές ξέσκιζαν το νου του η Κρήτη, το Θρασάκι, η Κερκέζα, το μοναστήρι του Αφέντη Χριστού…Έβριζε, κρατούσε μιαν πέτρα, την έστυβε, κι η φούχτα του είχε γεμίσει αίματα. Μια στιγμή τα χείλη του, τα φρύδια του, τα μάτια του έπαιξαν. Κοίταξε γύρα τους συντρόφους, κάτω την Τουρκιά, απάνω τον ακατοίκητο ουρανό… “Ελευτερία ή θάνατος! μουρμούρισε κουνώντας άγρια την κεφάλα του. Ελευτερία ή θάνατος, έ κακομοίρηδες Κρητικοί! Ελευτερία και θάνατος! Αυτό πρέπει να γράψω εγώ στο μπαϊράκι μου. Αυτό ‘ναι το αληθινό μπαϊράκι του κάθε αγωνιστή! Ελευτερία και θάνατος! Ελευτερία και θάνατος!” Είπε κι αλάφρωσε. Κατάλαβε. Ύστερα από τόσα χρόνια, κατάλαβε. Η καρδιά του στερεώθηκε…” (Νίκου Καζαντζάκη, Ο καπετάν Μιχάλης, εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1981, σ.532-3)
Αντίθετα, ο ήρωας του Καραγάτση φαίνεται απόλυτα σύγχρονος στις αμφιταλαντεύσεις του ψυχισμού του, που φαλκιδεύουν ακόμα και τη στιγμή της υπέρμετρης τόλμης του απέναντι στον Τούρκο. Η γραφή του Καραγάτση είναι εξίσου μοντέρνα, τόσο, που ακυρώνει την όποια αληθοφάνεια του υπόλοιπου σκηνικού. Μου θύμισε έντονα τις εναγώνιες αναζητήσεις της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα και θαρρώ πως και ο συγγραφέας του βίωσε εξίσου την ίδια αμηχανία. Νομίζω επίσης ότι δεν προετοίμασε επαρκώς το ψυχικό υπέδαφος της αλλαξοπιστίας του Μίχαλου, και γενικά η πλοκή είναι εμφανώς εξωθούμενη. Η πληροφορία ότι το έργο γράφτηκε το 1944 ήταν το μόνο υπερασπιστικό στοιχείο της αντίφασής του, ως κάλεσμα ενωτικό του λαού και καταδικαστικό των συνεργατών του κατακτητή.
“Κι ύστερα βασιζόταν στους ανθρώπους. Ή καλύτερα, στην αγάπη των ανθρώπων. Ήξερε πως ο Θεός τον είχε πλάσει αχαρακτήριστο κι αξιαγάπητο. Ίσως το δεύτερο να ήταν συνέπεια του πρώτου. Οι άνθρωποι με τους συνεπείς κι ακλόνητους χαραχτήρες, γεννούν την εχτίμηση των ολίγων και τη συμπάθεια κανενός. Επειδή μοιραία θα ‘ρθουν σε σύγκρουση με τη μαζική παλιανθρωπιά του ανθρώπινου κοπαδιού και τη στενόκαρδη συναγωνιστική αντιζηλία των “αδέκαστων’. Ενώ οι ‘ελαστικοί’, οι ‘ευέλικτοι’, οι ‘σκεπτικιστές’, οι ΄προσγειωμένοι’, οι ‘πολιτικοί’, οι ‘εύστροφοι’ – πόσα εύηχα επίθετα βρήκε ο άνθρωπος για να μασκαρέψει την παλιανθρωπιά του - προσαρμόζουν αυτόματα την άφθαστη ρευστότητά τους στο καλούπι της πανανθρώπινης παλίρροιας. Είναι τα καλά παιδιά, οι συμπαθητικοί τύποι, οι χρυσές καρδιές, οι ευχάριστοι σύντροφοι, οι άχρωμοι άνθρωποι, που όχι μονάχα δεν ενοχλούν κανένα με την ανύπαρχτη προσωπικότητά τους, μα και κολακεύουν όλες τις μικροπρέπειες με τη μικροψυχία τους. Μ’ ένα λόγο έχουν εκείνο που λέγεται “γενικότερη κατανόηση’, πράμα που τους κάνει συμπαθέστατους." (Μ.Καραγάτση, Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ.161-2)
Άλλη μια φορά όμως «μπράβο» στην τολμηρή και πρωτοπόρα ματιά του Καραγάτση, που ξεχώρισε και ανέδειξε την ταξική πλευρά του Αγώνα του 21 και γκρέμισε τους μύθους της Αγίας Λαύρας και του πρωτοστάτη κλήρου.
“Η Επανάστασις. Ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι εμείς την εκηρύξαμεν. Πρόκειται περί τεχνάσματος που εμηχανεύθημεν – το ομολογώ – δια να επανορθώσωμεν εκ των υστέρων τα σφάλματα και τας αβλεψίας μας.» λέει συντετριμμένος ο δεσπότης Δωρόθεος…. “Η Επανάστασις εξέσπασεν εντός του λαού των Ελλήνων, ως έκρηξις θεϊκής οργής κατά της τυραννίας… Και μας εύρεν εις τα Καλάβρυτα περιδεείς και εκπλήκτους περί του πρακτέου. Διότι, καθώς καλώς γνωρίζεις, την επανάστασιν ηθέλαμεν να την κάνωμεν εμείς, όπως και όταν ηθέλαμεν…”
Και αλλού, όπου μιλά ο Πανάγος, υπηρέτης του κοτζάμπαση: “Οι κοτζαμπάσηδες λένε ασήδες τους καπετάνιους και οι καπετάνιοι προδότες τους κοτζαμπάσηδες. Οι κοτζαμπάσηδες θέλουν να πάρουν το καπετανλίκι, δίχως να ξέρουν πώς πιάνεις την πιστόλα. Κι οι καπετανέοι το γκουβέρνο, δίχως να ξέρουν πώς πιάνεις την πένα. …πας να πολεμήσης τον Τούρκο; Πεντάρα δεν έχει το γκουβέρνο να σε θρέψει. Σε στέλνουν να χτυπήσης τον Κολοκοτρώνη; Γέμισε γρόσια το κεμέρι σου…” (ο.π.,σ.170)
Και αλλού: “Το τομάρι τους ήθελαν να σώσουν οι προεστοί. Τα καταχρεωμένα χτήματά τους να γλυτώσουν, μες στην αναμπουμπούλα της επανάστασης! Να λευτερωθούν με το αίμα του έλληνα χωριάτη, από την τυραννία του τούρκου, για να ξεζουμίζουν ύστερα μόνοι τους, αυτοί, τον έλληνα χωριάτη με την ησυχία τους…..Ώσπου στο τέλος, κατάντησε να βλέπη, οΡωμιός χωρικός, τον κοτζάμπαση για εχτρό χειρότερο απ΄τον Τούρκο.” (ο.π., σ.47-8)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

ΣΙΡΙΣ Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template