Καραγάτσης πολυσχιδής



Σε διάστημα τριών μηνών διάβασα τέσσερα έργα του Καραγάτση: με αφορμή μια μελέτη το πρώτο (Κίτρινος Φάκελλος)- έχω το σχετικό αφιέρωμα στις αναρτήσεις-, αναζητώντας την ώριμη γραφή του το δεύτερο (Το Δέκα), αποδομώντας τον ηρωισμό το τρίτο ( Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου) - δες και σχετική μου ανάρτηση- και από περιέργεια για το είδος του, φανταστική νουβέλα, το τέταρτο (Το χαμένο νησί).
Ενθουσιάστηκα: το καθένα διαφορετικής γραφής , ύφους, θεματικής.
Με χρονολογική σειρά, όχι και αξιολογική, Το χαμένο νησί είναι μια νουβέλα που από την πρώτη σελίδα της σε μαγεύει: πλοκή ενδιαφέρουσα, παρά το εξωφρενικό της υπόθεσης και την προϊούσα απεμπλοκή από καθετί ρεαλιστικό, ανθρώπινα όντα που δέχονται με αξιοπρέπεια την τιμωρία για τα πάθη τους μέσα σε μια ατμόσφαιρα Δευτέρας Παρουσίας.
Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το Χαμένο νησί του 1943, εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ.72-74 (η περιγραφή της φύσης από το συγγραφέα του αστικού ρεαλισμού με κατέπληξε!)
“Και γω, ήμουν γυμνός από ερείπεια, άδειος από καταστροφές, με γλώσσα κολημένη στο στεγνό, τον πεινασμένο ουρανίσκο. Διψασμένος κι άσιτος, ζωντανός κι αζώητος, πουλημένος στο μηδέν, χαραμισμένος στο τίποτα. Και καθώς ο ήλιος έγερνε και πήγαινε να βασιλέψει, σκίζοντας τον άνεμο με ακτίνες κυματιστές, κατά την πρόσκαιρη νύχτα της γης, είδα κ' ένιοσα και κατάλαβα, πως του ανθρώπου το νυχτερινό σβύσιμο, δεν έχει αυγή να προσμένει, ούτε όρθρο ούτε ανατολή. Κ' είναι βαρύ το μακρύ σκοτάδι δίχως φορτίο μάταιης χαράς.
.......................................................................................................................................... 
Δεν ξέρω τι θέλω... Οι αγριοκαστανιές σκεπάζουν τον ουρανό με θόλο βαθυπράσινο που τον σαλεύουν οι ξεστρατισμένες πνοές του ανέμου. Πού και πού καμιά ακτίδα, γλυστρόντας ανάμεσα στην ανάερη μάζα των φύλων, ρίχνει λίγο μουντό χρυσάφι στο τεφρό βελούδο των βρύων που σκαρφαλώνουν στους κορμούς. Οι βράχοι ορθώνονται απόκοτοι μέσα στα πλατάνια με τα ξερά φύλα - όσα δεν πήρε ο άνεμος - και το νερό κελαρίζει στα χαλίκια, μουρμουρίζει στις σχισμάδες, βουίζει στα ψηλά πεσίματα των καταραχτών. Οσμή μούχλας, υγρασίας, σάπιας φυλοστρωσιάς, νοτισμένου ξύλου, μάβρης νεροποτισμένης γης, μανιταριού φαρμακερού, πολυτριχιού υδρόχαρου, απόπνοια γονιμική, ευγονική, γης που σφύζει από χυμούς κ΄ ίμερους, βλάστησης παχιάς που ανανεώνεται σε γοργό υγρό θάνατο, ξαπλώνεται παντού, στεγνώνει στα ρουθούνια, γεμίζει αχνούς αθυμικούς το στέρνο...”
Στο Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου γνωρίζουμε τις παραμονές της έκρηξης της επανάστασης του ’21 έναν αντι-ήρωα πολύ σύγχρονο στις αμφιταλαντεύσεις του ψυχισμού του, που φαλκιδεύουν ακόμα και τη στιγμή της υπέρμετρης τόλμης του απέναντι στον Τούρκο. Μοντέρνα σύλληψη ενός παραδοσιακά προστατευμένου θέματος.
“Κι ύστερα βασιζόταν στους ανθρώπους. Ή καλύτερα, στην αγάπη των ανθρώπων. Ήξερε πως ο Θεός τον είχε πλάσει αχαρακτήριστο κι αξιαγάπητο … Είναι τα καλά παιδιά, οι συμπαθητικοί τύποι, οι χρυσές καρδιές, οι ευχάριστοι σύντροφοι, οι άχρωμοι άνθρωποι, που όχι μονάχα δεν ενοχλούν κανένα με την ανύπαρχτη προσωπικότητά τους, μα και κολακεύουν όλες τις μικροπρέπειες με τη μικροψυχία τους. Μ’ ένα λόγο έχουν εκείνο που λέγεται “γενικότερη κατανόηση’, πράμα που τους κάνει συμπαθέστατους. (Μ.Καραγάτση, Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ.161-2)
 Και αλλού: “Το τομάρι τους ήθελαν να σώσουν οι προεστοί. Τα καταχρεωμένα χτήματά τους να γλυτώσουν, μες στην αναμπουμπούλα της επανάστασης! Να λευτερωθούν με το αίμα του έλληνα χωριάτη, από την τυραννία του τούρκου, για να ξεζουμίζουν ύστερα μόνοι τους, αυτοί, τον έλληνα χωριάτη με την ησυχία τους…..Ώσπου στο τέλος, κατάντησε να βλέπη, οΡωμιός χωρικός, τον κοτζάμπαση για εχτρό χειρότερο απ΄τον Τούρκο.” (ο.π., σ.47-8)
Ο Κίτρινος φάκελλος περιλαμβάνει τα πάντα: πλούσια θεματική, ενδιαφέρουσα πλοκή, ποικιλία χαρακτήρων, σύγχρονες αφηγηματικές τεχνικές. Θεωρώ ότι είναι το αποκορύφωμα της συγγραφικής δεινότητας του Καραγάτση, άσχετα αν δεν πρόκειται για το οικείο, από τα πρώτα έργα του, στυλ.
«Το προσκύνημα των τάφων το θεωρώ μάταιη επίδειξη ανύπαρκτων, πολλές φορές, αισθημάτων. Και το δικαιολογώ μόνον από τη δύναμη μιας τρισχιλιόχρονης εθνικής και θρησκευτικής παράδοσης.... Μπορώ να λατρέψω τη μνήμη τους οπουδήποτε κι οποτεδήποτε... ο τόπος όμως όπου κείτεται το φθαρτό σκήνωμα μιας ανύπαρκτης πια ζωικής οντότητας, δεν με συγκινεί. Το κάψιμο των νεκρών και το σκόρπισμα της σποδού στους τέσσερις ανέμους είναι συνεπέστερο στο φθαρτό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.»
“Η κυρία Λιλίκα κάθεται λίγο πιο πέρα και καταβάλλει απεγνωσμένες προσπάθειες να μη χασμουρηθεί. Ο άντρας της της εξήγησε πολλές φορές ότι η τύχη της είναι αξιοζήλευτη… Επισκέψεις στον Παλαμά, παρέα με το Σικελιανό, σχέσεις με τον Ξενόπουλο,… το Βεάκη, την… Κοτοπούλη,… τους εξέχοντες δημοσιογράφους. Μπήκε στο πιο κλειστό κύκλο της ελληνικής διανόησης, που μάταια οι σνομπ προσπαθούν να εκπορθήσουν… Τι άλλο ήθελε; Η κυρία Λιλίκα παραδέχεται πως ο σύζυγός της έχει δίκαιο αντικειμενικά. Υποκειμενικά όμως όλες τούτες οι μεγαλοφυϊες την κάνουν να πλήττει θανάσιμα. Είναι μόλις εικοσιτριών χρονών, ψοφάει για γλεντάκι και χορό με αδιανόητους νεαρούς- φοξτρότ, τσάρλεστον και ρούμπα. Τρελαίνεται για σαχλοκουβεντούλα με κοπέλες συνομήλικές της, για ερωτοδουλειές, φουστάνια, υπηρέτριες και κοτσομπολιά…. Αμ’ οι εκδρομές μετ’ αυτοκίνητο; Αμ’ το καμπαρέ με το ουίσκι και τα νούμερα; Τίποτε από αυτά δεν της προσφέρει ο άνδρας της. Στο σπίτι, μια κακόχυμη πεθερά, που την κατασπαράζει σαν ύαινα. Κι έξω από το σπίτι είκοσι κακόχυμοι γέροι, που μωρολογούν για ανώτερα τάχα πνευματικά πράματα. Που θαρρούν οι ηλίθιοι, πως μπορούν να την ξιπάσουν με τις συννεφοπαρμένες μπούρδες τους. Γιατί όλοι τους είναι λάγνοι σαν ουρακοτάγκοι. Τη γδύνουν με τα μάτια, τρέχουν τα σάλια τους σαν τη κοιτούν…
Και τέλος Το Δέκα, η μελέτη του αστικού παρελθόντος μας που ζει μέσα μας παρά τους αφορισμούς μας, αυτός ο ύμνος στον άνθρωπο της κάθε ημέρας, το διπλανό μας. Το διαβάζεις και σα να μυρίζεις ιδρώτα μασχάλης, σα να ακούς πίσω σου κουτσομπολιά και σου έρχεται να κλάψεις για όλες αυτές τις ζωές που πάνε σα χαμένες στο πουθενά. Κύκνειο άσμα και αποθέωση!  
“Φάτσες στραπατσαρισμένες, μάτια υπεραιμικά. Μπαγκάζια, καλάθια, τσουβάλια, φωνές, ανακατωσούρα, σαστισμάρα. Νευρική πείνα θέριζε τα σωθικά. Οι κουλουράδες παρουσιάστηκαν, άγνωστο από πού, και δεν πρόφταιναν να χορτάσουν όλους τους λιμασμένους. Μετά το βουλιμικά καταβροχθισμένο κουλούρι γεννήθηκε δίψα αβάσταχτη, που την κατασίγασαν οι λεμονατζήδες με τις ‘παγωμένες’.




0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

ΣΙΡΙΣ Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template