Γ.ΡΙΤΣΟΣ, ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

0 σχόλια


..............................................................
Σιωπή και ακινησία λοιπόν.Μπορείς να πεις και υποκρισία,
γιατί γνωρίζεις, ίσως, πόσες κραυγές σταυρωμένες,
πόσες χειρονομίες γονατισμένες κατοικούν
πίσω απ' αυτή την κάθετη, κρυστάλλινη λαμπρότητα.
..................................................................
το ίδιο θαρρώ πως δεν αντέχουν κ' οι φωτογραφίες πίσω απ' το τζάμι τους
σ' όποια στάση, όσο ωραία, σ' όποια στιγμή της ζωής τους,
σε μια σταματημένη ηλικία, σε μιαν ώρα περήφανης αγνότητας,
με το εξαίσιο, νεανικό τους χέρι αφημένο στο κομψό τραπέζι του φωτογραφείου
ή πάνω στο γόνατό τους, μ' ένα αμάραντο (φυσικά) λουλούδι στο πέτο τους,
μ' ένα αδιόρατο, νικητήριο χαμόγελο στα χείλη τους,
όχι πολύ ανοικτό, που να προδίδει υπεροψία,
ούτε πάλι κι ολότελα κλειστό, που να προδίδει υποταγή στη μοίρα
..........................................................................
Οι κάμαρες μένουν σκοτεινές κι ανόρεξες, φωτισμένες μονάχα
απ' τα πολύχρωμα φώτα του δρόμου και των πλοίων ή από λίγα αφηρημένα αστέρια
ή απ' τον άξαφνο προβολέα ενός φορτηγού που περνάει φορτωμένο
μεθυσμένους φαντάρους, φωνές και τραγούδια,
κι ο προβολέας καρφώνει τον ίσκιο του παράθυρου μέσα στο σπίτι
βουβά κ' εχέμυθα σα νάναι ένα μεγάλο, σανιδένιο κασόνι
που δυο σκοτεινοί ναυτικοί το μεταφέρουν σε μια ερημική παραλία
..........................................................................
Και το ξέρεις και συ, καθώς και κείνοι, παρ' όλη τους τη μυστικότητα,
πως μέσα στο κασόνι κείται ένα τεμαχισμένο σώμα,
ένα σώμα νεανικό, πολύ αγαπημένο. κ' είναι το ένα
το σώμα το δικό τους, που το σκότωσαν οι ίδιοι και τόθαψαν
σα νάταν δυο ξένοι.
............................................................
Αλήθεια, σκέφτομαι καμμιά φορά πως μόνο το τεμάχισμα
μπορεί να μας κρατήσει ακέριους - αρκεί να το ξέρουμε.
Και πώς μπορείνα μην το ξέρουμε μια κ' η γνώση μας είναι
εκείνη που μας τεμαχίζει και μας επανασυνδέει μ' αυτά που απαρνηθήκαμε.
.....................................................................................
Όταν οι τοίχοι θαμπώνουν το απόβραδο, αυτό το παράθυρο,
φέγγει ακόμη σαν από μόνο του. Διατηρεί κ' επεκτείνει
την τελευταία ανταύγεια του ηλιογέρματος,
ρίχνει την αντανάκλασή του στον ισκιωμένο δρόμο,
φωτίζει τα πρόσωπα των περαστικών σα να τα συλλαμβάνει επ' αυτοφώρω
στην πιο ανυπόκριτη στιγμή τους, φωτίζει τους τροχούς των ποδηλάτων
ή τη χρυσή αλυσίδα που βυθίζεται στο στήθος μιας γυναίκας
ή το περίεργο όνομα ενός καραβιού που αράζει στο λιμάνι.
..................................................................

Για σινεφιλ εκπαιδευτικούς

0 σχόλια

Το ότι λατρεύουμε να χανόμαστε στη κινηματογραφική μαγεία δε σημαίνει και ότι ξέρουμε έστω κατιτίς για την κινηματογραφική τεχνική. Αυτό το είχα βάλει καλά στο μυαλό μου -με όλα τα παρεπόμενά του- ως βασική αρχή εργασίας, φεύγοντας από το σεμινάριο που διοργάνωσαν οι Δευτεροβάθμιες Ανατ. και Δυτ. Θεσσαλονίκης και Σερρών το διήμερο 21 και 22 Οκτωβρίου στο σινε-Ολύμπιον της συμπρωτεύουσας στο πλαίσιο των Δημητρίων 2009.
Και επειδή κάθε φορά που γυρνώ στο σπίτι από παραπλήσια σεμιναριακή άσκηση, έρχομαι αντιμέτωπη με το μεταφυσικό ερώτημα “Ήταν καλό το σεμινάριο;”, καταγράφω προς επίρρωσιν της κριτικής μου –και της μνήμης μου- τα εξής :
  Η ορμή του εφήβου για επικοινωνία μαζί με την τάση εξιδανίκευσης που τον διακρίνει, βρίσκουν τέλεια ανταπόκριση στην υποκειμενικότητα του κινηματογραφικού φακού και τη διάδοση της οπτικής του (Π.Δόικος, Η κινηματογραφική άσκηση του ιδανικού)
  Το “διδάσκω κινηματογράφο” (ως τέχνη, ως δημιουργία, ως αισθητική εμπειρία, ως τεχνική, κλπ.) ισοδυναμεί ότι διδάσκω με τον κινηματογράφο την κοινωνική αγωγή στο νέο πολίτη (Γρ.Πασχαλίδης, Διδάσκοντας με τον κινηματογράφο στο σχολείο)
  Ιδέα! : λέσχη κινηματογράφου τα απογεύματα του Σαββάτου στο σχολείο!
  2η ιδέα!: σχετικά εύκολη η δημιουργία ιστορικού ντοκιμαντέρ με αφηγήσεις γεγονότων που εγγράφηκαν στη συλλογική μνήμη, εποχών, περιοχής, συνηθειών, σχολικών εκδηλώσεων, μόδας, μουσικής, διασκέδασης, κλπ.(Απ.Καρακάσης, Εργαστήριο ντοκιμαντέρ στο σχολείο)
  Φάσεις εργασίας ντοκιμαντέρ: καθορισμός θέματος – έρευνα – ρόλοι – ερωτηματολόγιο – γύρισμα – απομαγνητοφώνηση – ομαδική θέαση – σενάριο – πλάνα – ινερμέδια κριτικής – μοντάζ – μουσική
  ΟΧΙ στα κλισέ, τη μίμηση της TV, τα κακά σενάρια, την κακή ερμηνεία, την αδιάφορη γραφή, το ρηχό περιεχόμενο.
  ΝΑΙ στην αληθοφάνεια που προέρχεται από την εμπειρία του καθημερινού, πάντα βέβαια και συγκρουσιακού.(Π.Ιωσηφέλης, Μικροαφήγηση)
  Απαραίτητη η έστω και στοιχειώδης σκηνογραφία και ενδυματολογική στήριξη. (Κ.Δημητριάδης, Η σκηνογραφία ως μέσο στη διδακτική αποστολή της παράστασης)
  Φράση που κράτησα (ποιου;) : η δημοκρατικότητα του κινηματογράφου έγκειται στο ότι μας επιτρέπει να δούμε πώς βλέπει ο άλλος.
  Σχετικά προγράμματα και φορείς υποστήριξης (“για τους έχοντες την ιερή τρέλα”):
• Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – εκπαιδευτική δραστηριότητα για δευτεροβάθμια: 1.Το αρχαίο ελληνικό δράμα στον κινηματογράφο (σεμ), 2.Κατασκευή ταινίας (σεμ.), 3. Κινηματογραφικό πορτραίτο (minidoc) (www.filmfestival.gr)
• Camera zizanio (www.olympiafestival.gr)
• Φεστιβάλ Ολυμπίας για παιδιά και νέους
• Κέντρο κινηματογράφου(www.gfc.gr)
• Παιδική ταινιοθήκη
• Μουσείο κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: 1. Εκπαιδευτικά προγράμματα, 2. Bιωματική γνωριμία με δουλειά πίσω από την κάμερα, 3. 3Δ φιλμ με βασικές πληροφορίες για κατασκευή ταινίας. 4. Φεστιβάλ shoot it (www.cinemuseum.gr)

Καλές προβολές!
Δώρα Μπαγανά

Η άνοιξη της Πολυδούρη

0 σχόλια

ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΤΟΥΤΗ Η ΑΝΟΙΞΗ...

Τί θέλει τούτη ἡ Ἄνοιξη...
Σαλεύουν
ἀόρατα, πανάλαφρα
τῶν δέντρων τὰ κλαδιά.
Τί θέλει ἡ μυρωδιὰ
ποὺ μᾶς χτυπᾶ ἁπαλότατα
μὲ ἀμυγδαλιᾶς ἀνθόκλωνο
τὴν καρδιά...

-Μία νέα περνᾶ ζυγίζοντας
στὰ δάχτυλα
ἕνα κορμί, φτερό.
Κι’ ὅπως σιεῖ ρυθμικὰ
μία κατάλευκη ὀμπρέλλα,
εἶναι πουλί.

Ἕνας νέος ἀράθυμος
συλλογιέται γλυκά,
σὰ νὰ πέρασε πλάι του
πεταλούδα μυρόβολη
τὸ φιλί.

-Τρέμει κάτι τὸ ἀδύναμο
κι’ ὅλο μένει
σὰν κουτσό... κοντοφτέρουγο...
Λυπημένη
τὴ ματιά μας ρουφᾶ
τὸ ἀνοιξιάτικο ἀπόγευμα
καὶ χλωμαίνει.
Ξαφνικά, κάποιο σκίρτημα
στὴ γαλήνη
καὶ σὰ λυγμὸς παράφορος.
Ἕνα πιάνο ξεσπᾶ
τὸ δικό μας ἐναντίωμα
μὲ κλειστὸ στόμα.

Τί θέλει πάλιν ἡ Ἄνοιξη...
Τί νὰ μᾶς φέρει ἀκόμα...

Καραγάτσης πολυσχιδής

0 σχόλια

Σε διάστημα τριών μηνών διάβασα τέσσερα έργα του Καραγάτση: με αφορμή μια μελέτη το πρώτο (Κίτρινος Φάκελλος)- έχω το σχετικό αφιέρωμα στις αναρτήσεις-, αναζητώντας την ώριμη γραφή του το δεύτερο (Το Δέκα), αποδομώντας τον ηρωισμό το τρίτο ( Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου) - δες και σχετική μου ανάρτηση- και από περιέργεια για το είδος του, φανταστική νουβέλα, το τέταρτο (Το χαμένο νησί).
Ενθουσιάστηκα: το καθένα διαφορετικής γραφής , ύφους, θεματικής.
Με χρονολογική σειρά, όχι και αξιολογική, Το χαμένο νησί είναι μια νουβέλα που από την πρώτη σελίδα της σε μαγεύει: πλοκή ενδιαφέρουσα, παρά το εξωφρενικό της υπόθεσης και την προϊούσα απεμπλοκή από καθετί ρεαλιστικό, ανθρώπινα όντα που δέχονται με αξιοπρέπεια την τιμωρία για τα πάθη τους μέσα σε μια ατμόσφαιρα Δευτέρας Παρουσίας.
Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το Χαμένο νησί του 1943, εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ.72-74 (η περιγραφή της φύσης από το συγγραφέα του αστικού ρεαλισμού με κατέπληξε!)
“Και γω, ήμουν γυμνός από ερείπεια, άδειος από καταστροφές, με γλώσσα κολημένη στο στεγνό, τον πεινασμένο ουρανίσκο. Διψασμένος κι άσιτος, ζωντανός κι αζώητος, πουλημένος στο μηδέν, χαραμισμένος στο τίποτα. Και καθώς ο ήλιος έγερνε και πήγαινε να βασιλέψει, σκίζοντας τον άνεμο με ακτίνες κυματιστές, κατά την πρόσκαιρη νύχτα της γης, είδα κ' ένιοσα και κατάλαβα, πως του ανθρώπου το νυχτερινό σβύσιμο, δεν έχει αυγή να προσμένει, ούτε όρθρο ούτε ανατολή. Κ' είναι βαρύ το μακρύ σκοτάδι δίχως φορτίο μάταιης χαράς.
.......................................................................................................................................... 
Δεν ξέρω τι θέλω... Οι αγριοκαστανιές σκεπάζουν τον ουρανό με θόλο βαθυπράσινο που τον σαλεύουν οι ξεστρατισμένες πνοές του ανέμου. Πού και πού καμιά ακτίδα, γλυστρόντας ανάμεσα στην ανάερη μάζα των φύλων, ρίχνει λίγο μουντό χρυσάφι στο τεφρό βελούδο των βρύων που σκαρφαλώνουν στους κορμούς. Οι βράχοι ορθώνονται απόκοτοι μέσα στα πλατάνια με τα ξερά φύλα - όσα δεν πήρε ο άνεμος - και το νερό κελαρίζει στα χαλίκια, μουρμουρίζει στις σχισμάδες, βουίζει στα ψηλά πεσίματα των καταραχτών. Οσμή μούχλας, υγρασίας, σάπιας φυλοστρωσιάς, νοτισμένου ξύλου, μάβρης νεροποτισμένης γης, μανιταριού φαρμακερού, πολυτριχιού υδρόχαρου, απόπνοια γονιμική, ευγονική, γης που σφύζει από χυμούς κ΄ ίμερους, βλάστησης παχιάς που ανανεώνεται σε γοργό υγρό θάνατο, ξαπλώνεται παντού, στεγνώνει στα ρουθούνια, γεμίζει αχνούς αθυμικούς το στέρνο...”
Στο Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου γνωρίζουμε τις παραμονές της έκρηξης της επανάστασης του ’21 έναν αντι-ήρωα πολύ σύγχρονο στις αμφιταλαντεύσεις του ψυχισμού του, που φαλκιδεύουν ακόμα και τη στιγμή της υπέρμετρης τόλμης του απέναντι στον Τούρκο. Μοντέρνα σύλληψη ενός παραδοσιακά προστατευμένου θέματος.
“Κι ύστερα βασιζόταν στους ανθρώπους. Ή καλύτερα, στην αγάπη των ανθρώπων. Ήξερε πως ο Θεός τον είχε πλάσει αχαρακτήριστο κι αξιαγάπητο … Είναι τα καλά παιδιά, οι συμπαθητικοί τύποι, οι χρυσές καρδιές, οι ευχάριστοι σύντροφοι, οι άχρωμοι άνθρωποι, που όχι μονάχα δεν ενοχλούν κανένα με την ανύπαρχτη προσωπικότητά τους, μα και κολακεύουν όλες τις μικροπρέπειες με τη μικροψυχία τους. Μ’ ένα λόγο έχουν εκείνο που λέγεται “γενικότερη κατανόηση’, πράμα που τους κάνει συμπαθέστατους. (Μ.Καραγάτση, Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ.161-2)
 Και αλλού: “Το τομάρι τους ήθελαν να σώσουν οι προεστοί. Τα καταχρεωμένα χτήματά τους να γλυτώσουν, μες στην αναμπουμπούλα της επανάστασης! Να λευτερωθούν με το αίμα του έλληνα χωριάτη, από την τυραννία του τούρκου, για να ξεζουμίζουν ύστερα μόνοι τους, αυτοί, τον έλληνα χωριάτη με την ησυχία τους…..Ώσπου στο τέλος, κατάντησε να βλέπη, οΡωμιός χωρικός, τον κοτζάμπαση για εχτρό χειρότερο απ΄τον Τούρκο.” (ο.π., σ.47-8)
Ο Κίτρινος φάκελλος περιλαμβάνει τα πάντα: πλούσια θεματική, ενδιαφέρουσα πλοκή, ποικιλία χαρακτήρων, σύγχρονες αφηγηματικές τεχνικές. Θεωρώ ότι είναι το αποκορύφωμα της συγγραφικής δεινότητας του Καραγάτση, άσχετα αν δεν πρόκειται για το οικείο, από τα πρώτα έργα του, στυλ.
«Το προσκύνημα των τάφων το θεωρώ μάταιη επίδειξη ανύπαρκτων, πολλές φορές, αισθημάτων. Και το δικαιολογώ μόνον από τη δύναμη μιας τρισχιλιόχρονης εθνικής και θρησκευτικής παράδοσης.... Μπορώ να λατρέψω τη μνήμη τους οπουδήποτε κι οποτεδήποτε... ο τόπος όμως όπου κείτεται το φθαρτό σκήνωμα μιας ανύπαρκτης πια ζωικής οντότητας, δεν με συγκινεί. Το κάψιμο των νεκρών και το σκόρπισμα της σποδού στους τέσσερις ανέμους είναι συνεπέστερο στο φθαρτό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.»
“Η κυρία Λιλίκα κάθεται λίγο πιο πέρα και καταβάλλει απεγνωσμένες προσπάθειες να μη χασμουρηθεί. Ο άντρας της της εξήγησε πολλές φορές ότι η τύχη της είναι αξιοζήλευτη… Επισκέψεις στον Παλαμά, παρέα με το Σικελιανό, σχέσεις με τον Ξενόπουλο,… το Βεάκη, την… Κοτοπούλη,… τους εξέχοντες δημοσιογράφους. Μπήκε στο πιο κλειστό κύκλο της ελληνικής διανόησης, που μάταια οι σνομπ προσπαθούν να εκπορθήσουν… Τι άλλο ήθελε; Η κυρία Λιλίκα παραδέχεται πως ο σύζυγός της έχει δίκαιο αντικειμενικά. Υποκειμενικά όμως όλες τούτες οι μεγαλοφυϊες την κάνουν να πλήττει θανάσιμα. Είναι μόλις εικοσιτριών χρονών, ψοφάει για γλεντάκι και χορό με αδιανόητους νεαρούς- φοξτρότ, τσάρλεστον και ρούμπα. Τρελαίνεται για σαχλοκουβεντούλα με κοπέλες συνομήλικές της, για ερωτοδουλειές, φουστάνια, υπηρέτριες και κοτσομπολιά…. Αμ’ οι εκδρομές μετ’ αυτοκίνητο; Αμ’ το καμπαρέ με το ουίσκι και τα νούμερα; Τίποτε από αυτά δεν της προσφέρει ο άνδρας της. Στο σπίτι, μια κακόχυμη πεθερά, που την κατασπαράζει σαν ύαινα. Κι έξω από το σπίτι είκοσι κακόχυμοι γέροι, που μωρολογούν για ανώτερα τάχα πνευματικά πράματα. Που θαρρούν οι ηλίθιοι, πως μπορούν να την ξιπάσουν με τις συννεφοπαρμένες μπούρδες τους. Γιατί όλοι τους είναι λάγνοι σαν ουρακοτάγκοι. Τη γδύνουν με τα μάτια, τρέχουν τα σάλια τους σαν τη κοιτούν…
Και τέλος Το Δέκα, η μελέτη του αστικού παρελθόντος μας που ζει μέσα μας παρά τους αφορισμούς μας, αυτός ο ύμνος στον άνθρωπο της κάθε ημέρας, το διπλανό μας. Το διαβάζεις και σα να μυρίζεις ιδρώτα μασχάλης, σα να ακούς πίσω σου κουτσομπολιά και σου έρχεται να κλάψεις για όλες αυτές τις ζωές που πάνε σα χαμένες στο πουθενά. Κύκνειο άσμα και αποθέωση!  
“Φάτσες στραπατσαρισμένες, μάτια υπεραιμικά. Μπαγκάζια, καλάθια, τσουβάλια, φωνές, ανακατωσούρα, σαστισμάρα. Νευρική πείνα θέριζε τα σωθικά. Οι κουλουράδες παρουσιάστηκαν, άγνωστο από πού, και δεν πρόφταιναν να χορτάσουν όλους τους λιμασμένους. Μετά το βουλιμικά καταβροχθισμένο κουλούρι γεννήθηκε δίψα αβάσταχτη, που την κατασίγασαν οι λεμονατζήδες με τις ‘παγωμένες’.




Παράλληλες αναγνώσεις: Καζαντζάκης - Καραγάτσης

0 σχόλια


Μια σύμπτωση, απ΄αυτές που σχεδόν ηδονικά πια αφήνω να με παρασύρουν στην επιλογή των γραπτών συντρόφων μου, με οδήγησε μπροστά σε δυο βιβλία, που διάβασα συνδυασμένα: τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη και τον Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου του Καραγάτση. Διχάστηκα ποιο να διαβάσω πρώτο. Αποφάσισα να ακολουθήσω την “ιστορική” διαδοχή, όχι των γεγονότων ούτε της συγγραφής αλλά της απομυθοποίησης. Έτσι προηγήθηκε ο ιδανικός Καπετάν Μιχάλης του τέλους του 19ου αιώνα και ακολούθησε ο εξωμότης Μίχαλος Ρούσης των πρώτων επαναστατικών ημερών του 1821. 
Η κλασσική, συναρπαστική, πληθωρική γραφή του Καζαντζάκη είναι ανάλογη της επικής φιγούρας όχι μόνο του ήρωα αλλά και όλων των Κρητών συμπατριωτών του. Τα ανθρώπινα πάθη – με σοφή περιγραφή δοσμένα- δεσμεύονται και υποτάσσονται τελικά στο σκοπό της λευτεριάς. Έτσι η τραγικότητα των ηρώων γίνεται το εφαλτήριο της υπέρμετρης αρετής τους, και αντίστροφα. Ένας κόσμος ιδανικός μέσα από την αγάπη του συγγραφέα για το μικρό και το μεγάλο κάθε ανθρώπου. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για το στερνό έργο του συγγραφέα, τότε πρόκειται καθαρά για μεταφυσική!
“Όλη νύχτα ζυγάριαζε στο νου του ποιο δρόμο να διαλέξει, όχι για τον απατό του, αυτόν τον είχε κιόλα παρμένο, παρά για τους συντρόφους του…Κανένας τους δεν έκλεισε μάτι. Κι ως χτύπησε ο ήλιος το βουνό, σούρθηκαν ένας ένας στο καραούλι του καπετάνιου…Μα αυτός είχε καρφωμένα τα μάτια στις πέτρες και πρόσμενε να καταπάψει ο χόχλος της καρδιάς του… Αστραπές, αστραπές ξέσκιζαν το νου του η Κρήτη, το Θρασάκι, η Κερκέζα, το μοναστήρι του Αφέντη Χριστού…Έβριζε, κρατούσε μιαν πέτρα, την έστυβε, κι η φούχτα του είχε γεμίσει αίματα. Μια στιγμή τα χείλη του, τα φρύδια του, τα μάτια του έπαιξαν. Κοίταξε γύρα τους συντρόφους, κάτω την Τουρκιά, απάνω τον ακατοίκητο ουρανό… “Ελευτερία ή θάνατος! μουρμούρισε κουνώντας άγρια την κεφάλα του. Ελευτερία ή θάνατος, έ κακομοίρηδες Κρητικοί! Ελευτερία και θάνατος! Αυτό πρέπει να γράψω εγώ στο μπαϊράκι μου. Αυτό ‘ναι το αληθινό μπαϊράκι του κάθε αγωνιστή! Ελευτερία και θάνατος! Ελευτερία και θάνατος!” Είπε κι αλάφρωσε. Κατάλαβε. Ύστερα από τόσα χρόνια, κατάλαβε. Η καρδιά του στερεώθηκε…” (Νίκου Καζαντζάκη, Ο καπετάν Μιχάλης, εκδ.Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1981, σ.532-3)
Αντίθετα, ο ήρωας του Καραγάτση φαίνεται απόλυτα σύγχρονος στις αμφιταλαντεύσεις του ψυχισμού του, που φαλκιδεύουν ακόμα και τη στιγμή της υπέρμετρης τόλμης του απέναντι στον Τούρκο. Η γραφή του Καραγάτση είναι εξίσου μοντέρνα, τόσο, που ακυρώνει την όποια αληθοφάνεια του υπόλοιπου σκηνικού. Μου θύμισε έντονα τις εναγώνιες αναζητήσεις της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα και θαρρώ πως και ο συγγραφέας του βίωσε εξίσου την ίδια αμηχανία. Νομίζω επίσης ότι δεν προετοίμασε επαρκώς το ψυχικό υπέδαφος της αλλαξοπιστίας του Μίχαλου, και γενικά η πλοκή είναι εμφανώς εξωθούμενη. Η πληροφορία ότι το έργο γράφτηκε το 1944 ήταν το μόνο υπερασπιστικό στοιχείο της αντίφασής του, ως κάλεσμα ενωτικό του λαού και καταδικαστικό των συνεργατών του κατακτητή.
“Κι ύστερα βασιζόταν στους ανθρώπους. Ή καλύτερα, στην αγάπη των ανθρώπων. Ήξερε πως ο Θεός τον είχε πλάσει αχαρακτήριστο κι αξιαγάπητο. Ίσως το δεύτερο να ήταν συνέπεια του πρώτου. Οι άνθρωποι με τους συνεπείς κι ακλόνητους χαραχτήρες, γεννούν την εχτίμηση των ολίγων και τη συμπάθεια κανενός. Επειδή μοιραία θα ‘ρθουν σε σύγκρουση με τη μαζική παλιανθρωπιά του ανθρώπινου κοπαδιού και τη στενόκαρδη συναγωνιστική αντιζηλία των “αδέκαστων’. Ενώ οι ‘ελαστικοί’, οι ‘ευέλικτοι’, οι ‘σκεπτικιστές’, οι ΄προσγειωμένοι’, οι ‘πολιτικοί’, οι ‘εύστροφοι’ – πόσα εύηχα επίθετα βρήκε ο άνθρωπος για να μασκαρέψει την παλιανθρωπιά του - προσαρμόζουν αυτόματα την άφθαστη ρευστότητά τους στο καλούπι της πανανθρώπινης παλίρροιας. Είναι τα καλά παιδιά, οι συμπαθητικοί τύποι, οι χρυσές καρδιές, οι ευχάριστοι σύντροφοι, οι άχρωμοι άνθρωποι, που όχι μονάχα δεν ενοχλούν κανένα με την ανύπαρχτη προσωπικότητά τους, μα και κολακεύουν όλες τις μικροπρέπειες με τη μικροψυχία τους. Μ’ ένα λόγο έχουν εκείνο που λέγεται “γενικότερη κατανόηση’, πράμα που τους κάνει συμπαθέστατους." (Μ.Καραγάτση, Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ.161-2)
Άλλη μια φορά όμως «μπράβο» στην τολμηρή και πρωτοπόρα ματιά του Καραγάτση, που ξεχώρισε και ανέδειξε την ταξική πλευρά του Αγώνα του 21 και γκρέμισε τους μύθους της Αγίας Λαύρας και του πρωτοστάτη κλήρου.
“Η Επανάστασις. Ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι εμείς την εκηρύξαμεν. Πρόκειται περί τεχνάσματος που εμηχανεύθημεν – το ομολογώ – δια να επανορθώσωμεν εκ των υστέρων τα σφάλματα και τας αβλεψίας μας.» λέει συντετριμμένος ο δεσπότης Δωρόθεος…. “Η Επανάστασις εξέσπασεν εντός του λαού των Ελλήνων, ως έκρηξις θεϊκής οργής κατά της τυραννίας… Και μας εύρεν εις τα Καλάβρυτα περιδεείς και εκπλήκτους περί του πρακτέου. Διότι, καθώς καλώς γνωρίζεις, την επανάστασιν ηθέλαμεν να την κάνωμεν εμείς, όπως και όταν ηθέλαμεν…”
Και αλλού, όπου μιλά ο Πανάγος, υπηρέτης του κοτζάμπαση: “Οι κοτζαμπάσηδες λένε ασήδες τους καπετάνιους και οι καπετάνιοι προδότες τους κοτζαμπάσηδες. Οι κοτζαμπάσηδες θέλουν να πάρουν το καπετανλίκι, δίχως να ξέρουν πώς πιάνεις την πιστόλα. Κι οι καπετανέοι το γκουβέρνο, δίχως να ξέρουν πώς πιάνεις την πένα. …πας να πολεμήσης τον Τούρκο; Πεντάρα δεν έχει το γκουβέρνο να σε θρέψει. Σε στέλνουν να χτυπήσης τον Κολοκοτρώνη; Γέμισε γρόσια το κεμέρι σου…” (ο.π.,σ.170)
Και αλλού: “Το τομάρι τους ήθελαν να σώσουν οι προεστοί. Τα καταχρεωμένα χτήματά τους να γλυτώσουν, μες στην αναμπουμπούλα της επανάστασης! Να λευτερωθούν με το αίμα του έλληνα χωριάτη, από την τυραννία του τούρκου, για να ξεζουμίζουν ύστερα μόνοι τους, αυτοί, τον έλληνα χωριάτη με την ησυχία τους…..Ώσπου στο τέλος, κατάντησε να βλέπη, οΡωμιός χωρικός, τον κοτζάμπαση για εχτρό χειρότερο απ΄τον Τούρκο.” (ο.π., σ.47-8)
0 σχόλια
Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΝΟΣ ΟΙΣΤΡΗΛΑΤΟΥ1


Ο Καραγάτσης αποχαιρετώντας μας στο σχεδίασμα της αυτοβιογραφίας του , σημειώνει με το γνωστό ειρωνικό του πνεύμα:
 «Έγραψα πολλά και διάφορα έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Απορώ πώς το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δε μου έδωσε ακόμα το βραβείο της Αρετής. Δεν επείραξα ποτέ μου συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου, όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ιδίοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο!»


Να λοιπόν που «ο Καραγάτσης έχει τη μοίρα των συγγραφέων που το κοινό τους διαβάζει και τους λατρεύει αλλά δεν ασχολείται μαζί τους η επίσημη κοινότητα», όπως λέει ο διευθυντής της Νέας Εστίας, Σ. Ζουμπουλάκης. Αμήχανα ως πολεμικά στάθηκε απέναντί του, όπως ακριβώς στον Καρυωτάκη, η λογοτεχνική κριτική της εποχής του, που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί το φαινόμενο Καραγάτσης . Τα ξαφνιάσματα τής ήρθαν πολλά: αποδείχθηκε ευρύτερος από την εποχή του, μια εποχή αγκυλώσεων εθνικών και πολιτικών, πληθωρικός, ανοικτόμυαλος, ενάντια στο λογοτεχνικό κατεστημένο και κάθε δογματισμό.
 Ο ίδιος γράφει στον «Κίτρινο Φάκελλο», παρουσιάζοντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια και τόλμη την ουσία της πολεμικής εναντίον του: «Ο φρόνιμος μυθιστοριογράφος χρωστάει να μας κολακεύει, περιγράφοντάς μας όπως εμείς νομίζουμε ότι είμαστε, κι όχι όπως νομίζει αυτός. Όταν μάλιστα με δυναμικά επιχειρήματα κατορθώνει να κλονίζει την υπερβατική αυτοπεποίθησή μας, τότε αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, άξιο να παταχθεί αμείλικτα.»

 Η σχετικά μικρή – σε σχέση με τον σκυταλοδρόμο αυτό της διήγησης - βιβλιογραφία για τον Καραγάτση, απαρτίστηκε από εργασίες μελετητών – αναγνωστών που πίστεψαν στον ίδιο και στο έργο του και στάθηκαν με θαυμασμό μπροστά στο αυτοφυές τάλαντο του παραμυθά: οιστρήλατος, έγραφε εν θερμώ, prima vista, πιστός στη φυσικότητα και αμεσότητα της γραφής, “με αντίληψη της συγγραφής ως παιχνιδιού, αποτέλεσμα όχι μόνο μιας αφηγηματικής άνεσης, αλλά και μιας ευέλικτης και χαλαρής στάσης απέναντι στη ζωή και στον κόσμο”.
Σε συνέντευξή του ο συγγραφέας απολογείται: «Ναι, μα δεν πιάνω το μολύβι προτού δουλέψω μέσα μου το θέμα χρόνια ολόκληρα. Π.χ. την ιδέα του Γιούγκερμαν τη βρήκα το 1932 και μόνο τον Ιανουάριο του 1936 έγραψα την πρώτη αράδα. Μα ήταν πια έτοιμο το μυθιστόρημα μέσα μου. Δεν είχα παρά να το ρίξω στο χαρτί. Γι’ αυτό τα πρώτα χειρόγραφά μου είναι και τα τελευταία. Ένα μικρό χτένισμα κάνω μονάχα, μετά το γράψιμο. Γιατί αλλιώς φοβάμαι πως θα καταστρέψω τη δημιουργία μου.»
Και στον αυτοαναφορικό «Κίτρινο Φάκελλο», αποκηρύσσοντας την κατηγορία του προχειρογράφου: «Εννοώ πως ο καλλιτέχνης, την ώρα που γράφει, αυτοχασισώνεται σα δερβίσης. Παραδίνεται στις παρορμήσεις του και χάνει τον κριτικό έλεγχο. Αυτό το μεθύσι διαρκεί και μετά το τέλος της συγγραφής, όσο το κείμενο εξακολουθεί να παραμένει χειρόγραφο.»
 Έτσι ο Καραγάτσης αποκαθιστά μια σχέση με τον εαυτό του που παίρνει τη μορφή της αυτοανάλυσης και που επικεντρώνεται στην επισήμανση ενός ισχυρού εγωισμού.

Ο συγγραφέας κινείται ελεύθερα, μακριά από τις παραδοσιακές φόρμες της καθαρής λογοτεχνίας. Παράδειγμα οι συχνές εντυπωσιακές παρεκβάσεις του, δηλωτικές ενός ανθρώπου ανήσυχου, που ασφυκτιεί , και στις οποίες στηρίχθηκε η κατηγορία της χαλαρής πλοκής, που όμως εμείς σήμερα βρίσκουμε απροσδόκητα μοντέρνες. Ξάφνου, μέσα στις σελίδες του συναντάμε απόψεις για όλα τα θέματα: επιστήμη, δίκαιο, λογοτεχνία, κριτική, οικονομία, πολιτική, ιστορία, ιατρική, ψυχολογία. Κοινός τόπος όλων είναι η διεισδυτική παρατήρηση και κριτική ενός ευφυέστατου πνεύματος, που ανυψώνεται διαφοροποιημένο από τα κοινώς αποδεκτά, ρηξικέλευθου, προοδευτικού, με βαθιά, φιλοσοφημένη αίσθηση των ανθρωπίνων.
«-Είστε δικτατορικός; ρώτησε ο κ. Μουστάφης, κοιτώντας το ρολόι του.
-Θα ήμουν, απαντά ο διακεκριμένος και μισάνθρωπος λογοτέχνης του “Κίτρινου Φακέλου”, αν υπήρχε τρόπος να διορισθεί δικτάτωρ ο καταλληλότερος... Για μια στιγμή σκέφτηκα να γίνω αριστοκρατικός. Λογικά η ασήμαντη μειοψηφία των νοημόνων και αγαθών πρέπει να αποτελεί την καλύτερη κυβέρνηση του συνόλου. Συμβαίνει όμως ότι ενώ οι αμέτρητοι ηλίθιοι μπορούν να συνταιριάξουν τις πεντέξι ανόητες συλλήψεις τους, οι ελάχιστοι νοήμονες, έχοντας ξεχωριστή προσωπικότητα καθένας, έχουν και ξεχωριστές ιδέες. Κάθε συνεννόηση μεταξύ τους είναι αδύνατη. .. Έτσι δια της εις ατόπου απαγωγής, ξαναπέφτουμε στη διακυβέρνηση των ηλιθίων. Φαύλος κύκλος ασφυκτικός...»


Αλλού και για άλλο θέμα:
«Το προσκύνημα των τάφων το θεωρώ μάταιη επίδειξη ανύπαρκτων, πολλές φορές, αισθημάτων. Και το δικαιολογώ μόνον από τη δύναμη μιας τρισχιλιόχρονης εθνικής και θρησκευτικής παράδοσης.... Μπορώ να λατρέψω τη μνήμη τους οπουδήποτε κι οποτεδήποτε... ο τόπος όμως όπου κείτεται το φθαρτό σκήνωμα μιας ανύπαρκτης πια ζωικής οντότητας, δεν με συγκινεί. Το κάψιμο των νεκρών και το σκόρπισμα της σποδού στους τέσσερις ανέμους είναι συνεπέστερο στο φθαρτό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.»


Όπως και να έχει πάντως, ο Καραγάτσης παρέμεινε πιστός στην παραδοσιακή φόρμα της πεζογραφίας, την άδολη πλοκή, γεγονός που αποτελεί την πρώτη αιτία της αναγνωσιμότητάς του.

Στο ίδιο πλαίσιο της βαθιάς του επιθυμίας να ανατάμει τα ανθρώπινα, εμπίπτει και το ενδιαφέρον του ερασιτέχνη ιστοριοδίφη Καραγάτση: προσπαθεί να αναχθεί στα κίνητρα της ανθρώπινης δράσης, αναζητώντας τα αίτια των ιστορικών γεγονότων και απομυθοποιώντας με τη μυθοπλασία του πρόσωπα και καταστάσεις. Ζήτησε να εκλαϊκεύσει την επιστημονική ιστορική γνώση για τον απλό Έλληνα και τα παιδιά του, χωρίς βέβαια να ξεφύγει από τον υποκειμενισμό κάθε ιστορικής γραφής. Εισηγείται τη δυνατότητα μιας άλλης, ενεργητικής ή βίαιης ανάγνωσης του ιστορικού παρελθόντος . Το μόνο συντηρητικό στοιχείο του είναι η σταθερή ελληνοκεντρική ματιά του, χαρακτηριστικό και της γενιάς του, της γενιάς του ’30, που ενώ οραματίστηκε μια εθνική αναγέννηση, το βλέμμα της στράφηκε αποκλειστικά στο βυζαντινό και λαϊκό παρελθόν.


Από το βιβλίο του “Σέργιος και Βάκχος”,που χαρακτηρίστηκε ιστορικό καλαμπούρι και μου θύμισε έντονα την ιστορική περιπέτεια του Τσιφόρου, οι δύο ήρωες, άγιοι της ορθόδοξης εκκλησίας σκέφτονται για το Σχίσμα των Εκκλησιών:


-Β: Ναι μωρέ! Έτσι μου ‘ρχεται να τους πιάσω από το καρύδι και να τους πω: “Πώς ξέρεις, κεφαλή πεφυσιωμένη, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα! Κι εσύ, υπερφίαλο υποκείμενο, πού το βρήκες ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό αντάμα; Ποιος σου το είπε; Κατέβηκε ο Θεός από τον ουρανό να εμπιστευτεί τα μυστικά Του στην αφεντομουτσουνάρα σου;”
-Σ: Πολύ καλά θα έκανες, αν τα πράγματα ήταν έτσι. Δυστυχώς δεν πρόκειται για αλαζονεία, αλλά για ματαιοδοξία…


Από το ίδιο βιβλίο για μια άλλη επίμαχη περίοδο:
-Καθηγητής:… Η Αλβανία πρώτα, η Κατοχή και η Μέση Ανατολή ύστερα. Ο Συμμοριτοπόλεμος τώρα… που τον αποκαλέσαμε έτσι γιατί δε θέλουμε να παραδεχτούμε πως είναι εμφύλιος…
-Σ: Εμφύλιος;
-Κ: Το περίμενα πως θα διαμαρτυρηθείτε και θα μου πείτε πως οι Συμμορίτες είναι όργανα ξένων κρατών. Δεν το αρνούμαι. Αλλά πώς να παραβλέψουμε ότι πρόκειται για μέλη του ελληνικού έθνους;
-Σ: Κανονικά οι Έλληνες αυτοί θα έπρεπε να κατηγορηθούν για προδότες… Αλλά φρονώ ότι ο Μαρξισμός είναι κάτι σα θρησκεία, που φανατίζει τους πιστούς του στο έπακρο. Το ίδιο δε γίνηκε τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού; Οι χριστιανοί τότε κατηγορήθηκαν για προδότες. Η ιστορική κριτική όμως απέρριψε αυτή την ασύστατη κατηγορία.
-Κ: Χαίρω πολύ ακούγοντας να μιλάτε έτσι. Βέβαια δεν είσαστε μαρξιστής, όπως δεν είμαι κι εγώ. Βλέπω όμως πως αντικρίζετε τα σπουδαία αυτά ζητήματα με ανωτερότητα πνεύματος, όχι συνηθισμένη σε καιρούς οξυτάτων πολιτικών διενέξεων…

 Η Αριστερά στάθηκε αμήχανα απέναντι στο έργο του. Ο Καραγάτσης κατηγορήθηκε ως θεωρητικός θεμελιωτής της μετεμφυλιακής δεξιάς: της αστικής απληστίας της , του απολιτικού τυχοδιωκτισμού, της ελιτίστικης συγκατάβασης. Θεωρώ άδικη την κρίση αυτή, γιατί ήταν από τη φύση του “φιλόκαινος” και από πεποίθηση “θαυμαστής κάθε προόδου” , χαρακτηριστικό που στην τέχνη της γραφής μεταπλάστηκε σε ρεαλισμό, τόσο κοντά συχνά στον ανηλεή νατουραλισμό, και στο σπιρτόζικο και ειρωνικό του πνεύμα. Έσπασε τα στεγανά του λυρισμού και του ρομαντισμού, καθιερώνοντας τον εαυτό του ως τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του κοινωνικού ρεαλισμού.
Ο ευρύτερος αφηγηματικός του χώρος είναι η πόλη. Ο αφηγητής ακολουθεί τους ήρωές του και την ισχύ του πάθους τους μέσα στους τέσσερις τοίχους: στα σπίτια της κοσμικής ελίτ, στην ταβέρνα της πειραιώτικης αλμύρας, στις παράγκες των συνοικιών, στον ιδρώτα της ανυπεράσπιστης φάμπρικας. Η φύση μόνο ως νοσταλγία ή ως φευγαλέο σκηνικό τους συνοδεύει. Αναζητά σταθερά την ταυτότητα της νέας ελληνικής κοινωνίας διαχρονικά, χτίζει στο όνειρο του αστικού εκσυγχρονισμού, παρατηρώντας όλες τις κοινωνικές τάξεις, με ηθικό υπομνηματισμό , όχι όμως διδακτισμό.
Τέλος, η γλώσσα του, τελείως προσωπική αφού συνοδεύει την γοητευτική ατημελησία του ύφους του, αποτυπώνει με σεβασμό κάθε κοινωνική ιδιόλεκτο της δημοτικής .






“Η κυρία Λιλίκα κάθεται λίγο πιο πέρα και καταβάλλει απεγνωσμένες προσπάθειες να μη χασμουρηθεί. Ο άντρας της της εξήγησε πολλές φορές ότι η τύχη της είναι αξιοζήλευτη… Επισκέψεις στον Παλαμά, παρέα με το Σικελιανό, σχέσεις με τον Ξενόπουλο,… το Βεάκη, την… Κοτοπούλη,… τους εξέχοντες δημοσιογράφους. Μπήκε στο πιο κλειστό κύκλο της ελληνικής διανόησης, που μάταια οι σνομπ προσπαθούν να εκπορθήσουν… Τι άλλο ήθελε; Η κυρία Λιλίκα παραδέχεται πως ο σύζυγός της έχει δίκαιο αντικειμενικά. Υποκειμενικά όμως όλες τούτες οι μεγαλοφυϊες την κάνουν να πλήττει θανάσιμα. Είναι μόλις εικοσιτριών χρονών, ψοφάει για γλεντάκι και χορό με αδιανόητους νεαρούς- φοξτρότ, τσάρλεστον και ρούμπα. Τρελαίνεται για σαχλοκουβεντούλα με κοπέλες συνομήλικές της, για ερωτοδουλειές, φουστάνια, υπηρέτριες και κοτσομπολιά…. Αμ’ οι εκδρομές μετ’ αυτοκίνητο; Αμ’ το καμπαρέ με το ουίσκι και τα νούμερα; Τίποτε από αυτά δεν της προσφέρει ο άνδρας της. Στο σπίτι, μια κακόχυμη πεθερά, που την κατασπαράζει σαν ύαινα. Κι έξω από το σπίτι είκοσι κακόχυμοι γέροι, που μωρολογούν για ανώτερα τάχα πνευματικά πράματα. Που θαρρούν οι ηλίθιοι, πως μπορούν να την ξιπάσουν με τις συννεφοπαρμένες μπούρδες τους. Γιατί όλοι τους είναι λάγνοι σαν ουρακοτάγκοι. Τη γδύνουν με τα μάτια, τρέχουν τα σάλια τους σαν τη κοιτούν…


“Φάτσες στραπατσαρισμένες, μάτια υπεραιμικά. Μπαγκάζια, καλάθια, τσουβάλια, φωνές, ανακατωσούρα, σαστισμάρα. Νευρική πείνα θέριζε τα σωθικά. Οι κουλουράδες παρουσιάστηκαν, άγνωστο από πού, και δεν πρόφταιναν να χορτάσουν όλους τους λιμασμένους. Μετά το βουλιμικά καταβροχθισμένο κουλούρι γεννήθηκε δίψα αβάσταχτη, που την κατασίγασαν οι λεμονατζήδες με τις ‘παγωμένες’. ”


Είναι γνωστό πως σε όλο το καραγατσικό έργο ο έρωτας, σχεδόν πάντα ενοχικός, παίζει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο κάτι σαν έμμονη ιδέα, και μάλιστα “τις περισσότερες φορές αποτελεί το αναπόσπαστο μέλος του δίπολου έρωτας –θάνατος” , σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό αρχέτυπο. Μέσα από το πρίσμα του αιώνιου αγώνα επιβολής ανθρώπου σε άνθρωπο, ήρωες και ηρωίδες, παρασυρμένοι χωρίς ικανότητα αντίστασης στις απολαύσεις του σώματος, γεύονται με άμετρο πάθος έκλυτες και παράνομες ηδονές και βιώνουν στη συνέχεια τις καταστροφικές συνέπειες του Ριζικού και της Μοίρας. Γιατί ο Καραγάτσης αν και ο ίδιος δηλώνει ρασιοναλιστής και ματεριαλιστής, ως συγγραφέας αξιοποίησε στο έπακρο το υπερφυσικό και το μοιραίο, συνεπής στην έννοια του τραγικού ηδονισμού.


“Ξενύχτησε χθες, ως μετά τα μεσάνυχτα. Έμπλεξε με παρέα. Άρχισαν με κάτι ούζα στην αγορά. Κατόπιν πήραν σβάρνα τις γειτονιές, να ιδούν τις κοπέλες που πηδούσαν τις φωτιές του Κλείδωνα. Ζέστα πνιχτική, που οι φωτιές την αυγάτιζαν εξωτερικά και τα ούζα εσωτερικά. Πήδαγαν οι κοπέλες πάνω απ’ τις ψηλές φλόγες, ανασηκώνοντας τα φουστάνια ως τη μέση των μεριών. Κι όσο πηδούσαν, τόσο ερεθίζονταν, λες κι οι φλόγες γαργαλούσαν ηδονικά το υπογάστριό τους.”


“Από το ανοιχτό φουστάνι πρόβαλλαν τα γεμάτα μπράτσα της. Μόλις μαντευόταν η θερμή βελούδινη φωλιά της μασχάλης, με άμεση συνέχεια την άκρη του στήθους. Οι γυμνές σταυρωμένες γάμπες απόληγαν σε πόδι μικρό, γεμάτο, αλάθευτο σε κατασκευή, που μόλις το ‘κρυβαν τ’ ανοικτά σαντάλια. Πόδι ελληνικού αγάλματος, μοναδικό ηδονικό εργαλείο για τους μύστες.”





 Η πληθωρική προσωπικότητα του συγγραφέα όχι μόνο αντανακλάται στην ψυχοσύνθεση και τη βιοθεωρία των ηρώων του, όχι μόνο δανείζει το σαρκασμό της στον παντογνώστη αφηγητή, αλλά και επιβάλλει την παρουσία της μέσα στο ίδιο το αφηγηματικό σύμπαν. Ξάφνου ο Καραγάτσης εμφανίζεται ως ιστορικό πρόσωπο να μπλέκεται με άνεση στα νήματα του μυθιστορηματικού καμβά, όπως οι ζωγράφοι της Αναγέννησης απαθανατίζονταν σε μια γωνιά του πίνακά τους. Κορύφωμα της αφηγηματικής ελευθεριότητάς του είναι ο “Κίτρινος Φάκελλος”, έργο που αποτελεί μια πρωτοποριακή σύνθεση ενός μικτού είδους και ακροβατεί περίτεχνα ανάμεσα στο αστυνομικό ή μεταμυθοπλαστικό μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα πάθους, το θεατρικό διάλογο, το αυτοαναφορικό λογοτεχνικό δοκίμιο ή ένα κείμενο οραματισμού για τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας.
Εντύπωση επίσης προκαλεί ακόμα η θεατρική φλέβα που διέπει την αφήγησή του , είτε πρόκειται για μια ροή σκηνοθετικών οδηγιών που διαμορφώνουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για να φιλοξενηθεί η επόμενη σκηνή, είτε πρόκειται για καθαρό θεατρικό διάλογο, ευκαιρία για το συγγραφέα να εκθέσει τις απόψεις του, κάτι δηλαδή καθαρά πλατωνικό.


“Το θέλημα του Μάνου Τασάκου ήταν να γράψω ένα μυθιστόρημα για δικό του λογαριασμό …Προσπάθησα να το κάνω. Δεν ξέρω αν το πέτυχα, όπως ακριβώς θα το πεθυμούσε ο νεκρός φίλος μου….
Μια τελευταία λεπτομέρεια. Η υφή του μύθου με υποχρέωσε να γυμνώσω το κείμενο από λυρισμούς, μακροσκελείς περιγραφές και υποκειμενικές λοξοδρομίες ... Ο τρόπος αυτός δεν είναι ο πιο αρμόζων στην ορθόδοξη αφηγηματική πεζογραφία, αλλά προσιδιάζει μάλλον στο θεατρικό είδος. Δεν βλέπω όμως για ποιο λόγο, εφόσον η αρχιτεκτονική που υπαγορεύει ο μύθος το απαιτεί, να μην εφαρμόσουμε μια πρόσμιξη της θεατρικής τεχνικής με την αφηγηματική. Στην τέχνη, κάθε τρόπος που βοηθεί να φτάσουμε σ’ ένα συνεπές αποτέλεσμα, είναι θεμιτός.


Αυτός είναι ο ανεπανάληπτος Καραγάτσης. Και προσοχή! Γιατί, όπως γράφει ένας διαδικτυακός συνομιλητής, δεν μπορείς να αφήσεις κάτω βιβλίο του, χωρίς να φτάσεις στην τελευταία σελίδα!
  (Πρόκειται για εισήγηση της Θ.Μπαγανά στο αφιέρωμα στον Μ.Καραγάτση, που οργάνωσαν οι Σχολικές Σύμβουλοι Φιλολόγων ν.Σερρών και η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών στις 20-2-2009)
  

Ο χριστιανισμός στη Δύση

0 σχόλια

Ποιο νόημα έχει σήμερα στην αναπτυγμένη Δύση η γιορτή των Χριστουγέννων; Στο ερώτημα αυτό δίνει τη δική του απάντηση ο ιταλός φιλόσοφος Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι στο κείμενο που ακολουθεί.
Τα Χριστούγεννα είναι ακόμα μια χριστιανική γιορτή; Παρατηρώντας τις χριστουγεννιάτικες πρακτικές των αγορών και της κατανάλωσης φαίνεται ότι στην κουλτούρα μας τα Χριστούγεννα είναι ήδη άθεα ή αν προτιμάτε αγνωστικιστικά και σίγουρα βαθιά κοσμικά. Χριστιανικό παρέμεινε μόνο το τελετουργικό που επαναλαμβάνεται, η γιορτή, η οποία, όσο καμιά άλλη, είναι αληθινά «επιβεβλημένη». Επιβεβλημένη από ποιον; Από την οικονομία μας, φυσικά, η οποία, όσο και αν βρίσκεται σε κρίση, παραμένει μια οικονομία της αφθονίας, με φανερή σε όλους την κατανάλωση και τη σπατάλη.
Πώς μπορούμε λοιπόν να συμφιλιώσουμε τη χριστιανική κουλτούρα, που συνηθίσαμε να αναγνωρίζουμε ως μορφή της Δύσης, με το επίπεδο πλούτου και αφθονίας το οποίο πέτυχαν οι δυτικές κοινωνίες;....  το ερώτημα να μην είναι «τι νόημα έχει η γιορτή των Χριστουγέννων για έναν λαϊκό», αλλά «τι νόημα αυτή μπορεί ακόμα να έχει για έναν χριστιανό», ο οποίος ζει στη «χριστιανική» Δύση, σε έναν ριζικά εκκοσμικευμένο πολιτισμό της αφθονίας;
Δεν αρκεί η ύπαρξη λίγου εθελοντισμού, που είναι πάντοτε ωφέλιμος αλλά εντελώς ανεπαρκής, για να μειωθούν τα εμπόδια που γεννιούνται από τη σιδερένια λογική της αγοράς, η οποία δεν προβλέπει το δώρο αλλά τη σκληρή διαπραγμάτευση. Οπως δεν αρκεί το να προσφέρουμε «δώρα» τα Χριστούγεννα, για να συγκαλυφθεί ο οικονομικός νόμος του κέρδους που κυβερνά τη Δύση. Οχι, δεν αρκεί.
Επομένως, ας μην το κρύβουμε: η Δύση ίσως δεν είναι πλέον χριστιανική και η πλήρης εκκοσμίκευση των Χριστουγέννων, της κατ' εξοχήν χριστιανικής γιορτής, είναι μόνο μια επιβεβαίωση του ότι ο χριστιανισμός στην αληθινή ουσία του, που είναι η αγάπη για τον πλησίον, όσο κοντινός ή μακρινός και αν είναι, δεν έχει πλέον θέση στη Δύση, ούτε εκκλησία, ούτε τόπο στον οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί. Αυτό δεν αποδεικνύει η φτώχεια του κόσμου που δεν βρίσκει έκφραση στις συνειδήσεις της Δύσης και που είναι μια είδηση χαμένη ανάμεσα σε τόσες άλλες οι οποίες, μέσα στη γενική αδιαφορία, φτάνουν από τόπους που η Δύση θεωρεί ξένους;
Ο χρόνος της ελπίδας, που ο χριστιανισμός εγκαινίασε, έγινε τόσο μακρινός ώστε να φαίνεται ξένος στο βλέμμα μας, επειδή ήδη έχουμε αποδεχθεί την τυχαιότητα της ύπαρξής μας. Κι ωστόσο, στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, για τους χριστιανούς, το θεϊκό έγινε γήινο και η Γη έγινε η κατοικία του Θεού. Τότε ο χρόνος διαιρέθηκε στα δύο: προ Χριστού και μετά Χριστόν. Η φύση και ο κύκλος της παραχώρησαν τη θέση τους στο μέλλον και στην επαγγελία του.
Ο χρόνος, που έγινε πλήρης νοήματος, έπαψε να είναι καθαρό και αδιάφορο «γίγνεσθαι» και έγινε «ιστορία». Με αυτόν τον τρόπο ο χριστιανισμός διαχωρίστηκε από τις αρχέγονες μυθολογίες, οι οποίες ερμήνευαν τον χρόνο ξεκινώντας από το «παρελθόν», από μια χρυσή εποχή ή έναν απολεσθέντα παράδεισο, στον οποίο βρίσκει καταφύγιο η νοσταλγία, επειδή ο χριστιανισμός προβάλλει τη σωτηρία σε εκείνο το εφικτό «μέλλον» με το οποίο συνδέονται τόσο η ουτοπία όσο και η επανάσταση. Οπότε η νέα μορφή του χρόνου, που εγκαινιάζει ο χριστιανισμός, διασταυρώνεται με τον αθεϊσμό της ελπίδας. Οσο μακρινές και αν φαίνονται η ουτοπία, η πρόοδος και η επανάσταση είναι χριστιανικά γεγονότα, ανήκουν στον χρόνο «μετά Χριστόν», βαθαίνουν τον λόγο της ελπίδας, εξερευνούν δυνατότητες σωτηρίας, πιστεύουν ότι η ιστορία έχει νόημα, βλέπουν με δυσπιστία τον νιτσεϊκό «χρόνο χωρίς σκοπό».
Η Δύση σαγηνεύθηκε από αυτό το νέο μοντέλο χρονικότητας και στη χριστιανική, ουτοπική ή επαναστατική εκδοχή της, εξύμνησε στα Χριστούγεννα όχι τον ρυθμό της «επιστροφής» αλλά την ατμόσφαιρα της «αναγέννησης», τον ενθουσιασμό αυτού που ακόμα είναι σε θέση να υπόσχεται το μέλλον: την επαγγελία του χρόνου. Κυκλοφορεί ακόμα αυτή η επαγγελία που είναι εντελώς χριστιανική; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Από τότε που το χρήμα έγινε στη Δύση ο μοναδικός συμβολικός γεννήτορας όλων των αξιών και η τεχνική έγινε το μέσο για την επιδίωξή τους, το μέλλον δεν εμφανίζεται ως ελπίδα. Τα γνωρίσματά του μοιάζουν να είναι μάλλον εκείνα της αβεβαιότητας και του ανεξιχνίαστου.
Τότε λοιπόν τι απέγινε ο χριστιανισμός, ο οποίος εισέβαλε στον χρόνο αναγγέλλοντας το μέλλον ως ελπίδα; Στη Δύση έχουν χαθεί τα ίχνη του. Δεν γνωρίζω αν αυτό είναι καλό ή είναι κακό. Απλώς έτσι είναι. Αν όμως αναγνωρίζουμε ότι ο πολιτισμός μας ρυθμίζεται μόνον από τον σκληρό νόμο της αγοράς και είναι διατεθειμένος να φιλοξενεί μόνο κάποια παρέκκλιση με τη μορφή ελεημοσύνης, φιλανθρωπίας ή εθελοντικής δράσης (που χρησιμεύουν περισσότερο για να αμβλύνουν το αίσθημα ενοχής που συνδέεται με τα προνόμιά μας, παρά για να μετασχηματίζουν τις πιο καταστροφικές συνθήκες του κόσμου), τότε ας αποφεύγουμε τουλάχιστον αυτή την ψευδή συνείδηση που μας οδηγεί να ταυτίζουμε τη Δύση με τον χριστιανισμό. Ποτέ άλλοτε οι δύο πολιτισμοί δεν χωρίζονται από τόσο αβυσσαλέα απόσταση όσο σήμερα. Και ο τρόπος με τον οποίο γιορτάζουμε κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα σηματοδοτεί καθαρά αυτή την αντίφαση.
Ελευθεροτυπία 21/12/2008

 

ΣΙΡΙΣ Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template