Παπαδιαμάντης, "Άγια και πεθαμένα"


Ήτο Παρασκευή της Α΄ εβδομάδος των Νηστειών, η προτεραία του Αγίου Θεοδώρου. Την πρωίαν εκείνην, εις την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, προσεφέρετο αφθονία κολλύβων εις τους ναούς.
    Τα προσφερόμενα κόλλυβα ήσαν όχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εις μνήμην των νεκρών, αλλά και εορτάσιμα κόλλυβα, προς τιμήν του Αγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δεν είναι η ημέρα, αλλά μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ’ όλα δε τα Σάββατα εν γένει γίνονται μνείαι των νεκρών μετά κολλύβων. Προσέτι, δεν είναι μνήμη «των Αγίων Θεοδώρων», αλλά μόνον του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, και όχι πάλιν η μνήμη αυτού, ήτις τελείται κατά την 17 Φεβρουαρίου, όπως η του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου τη 8 του αυτού, αλλά μόνον «Ανάμνησις του διά κολλύβων γενομένου θαύματος παρά του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος», ότε ο ασεβής τύραννος Ιουλιανός ο Παραβάτης ηθέλησε να μολύνει τους χριστιανούς, κατά την πρώτην εβδομάδα των Νηστειών, διά των ειδωλοθύτων, εμφανισθείς δε ο Άγιος εις τον επίσκοπον παρήγγειλε να δώσει κόλλυβα εις τους πιστούς να φάγουν, εξηγήσας άμα τι είναι τα κόλλυβα.
    Εις τας μνήμας όλων των Αγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, εορτάσιμα, εξαιρέτως δε κατά την εορτήν ταύτην του Αγίου Θεοδώρου, εις ανάμνησιν του θαύματος. Τα κόλλυβα δε ταύτα του Αγίου Θεοδώρου είχον και θαυματουργόν ιδιότητα διά τας κόρας του λαού.
    Εάν είχε πίστιν εις τον Θεόν και ευλάβειαν εις τον Άγιον, ήρκει πάσα κόρη να λάβει μίαν δράκα εξ αυτών των αγίων κολλύβων και την νύκτα της Παρασκευής προς το Σάββατον να τα βάλει υποκάτω εις το προσκέφαλόν της, διά να ίδει καθ’ ύπνον ολοφάνερα τον μέλλοντα ευτυχή σύζυγόν της.
    Εβασίζετο η δοξασία επί της παραδόσεως… Ο άγιος Μάρτυς Θεόδωρος εθεωρείτο ανέκαθεν ως ο ευρετής των απολωλότων και ο αποκαλυπτής των κρυφίων. Διηγούνται τα συναξάρια πώς είς άρχων είχε χάσει τον δούλον του, πώς προσήλθεν ικετεύων εις τον ναόν του Μάρτυρος, ο δε Άγιος συνέβη να λείπει την νύκτα εκείνην, διότι είχεν υπάγει, μεθ’ όλων των ταγμάτων των Αθλοφόρων, εις προϋπάντησιν της ψυχής του οσίου Ιωσήφ του υμνογράφου (ούτος είναι ο ποιητής του κατά τας ημέρας ταύτας ηχούντος εν τοις ναοίς «Χριστού βίβλον έμψυχον»), εξ ευγνωμοσύνης, διότι είχε τιμήσει δι’ ύμνων και εγκωμίων όλους τους Μάρτυρας∙ πώς την άλλην ημέραν επέστρεψεν ο Άγιος Θεόδωρος και αφού εξήγησε τον λόγον της απουσίας του και της βραδύτητος, απεκάλυψεν εις τον αιτούντα πού ευρίσκετο ο εξαφανισθείς δούλος.
 .....................................................................
  Η θεια-Ζήσαινα τα είχεν εκλάβει ως άγια, διότι ήσαν με αρτυμήν παρεσκευασμένα, δηλαδή με μείγμα μέλιτος και σεμιγδάλεως. Διότι μόνον τα εορτάσιμα κόλλυβα παρασκευάζονται κατά τον τρόπον τούτον. Τα νεκρώσιμα είναι καθαρόν βρασμένον σιτάρι, στολισμένα μόνον με ολίγους σταυρούς από σταφίδας, με κοφέτα ή με λοβιά από ρόδι, εις την επιφάνειαν. Κάποια όμως ξένη, λιμενάρχαινα ίσως ή ειρηνοδίκαινα, μη γνωρίζουσα το γνήσιον έθιμον του τόπου, είχε κατασκευάσει με τοιούτον άρτυμα τα νεκρώσιμα κόλλυβα, τα οποία είχε στείλει εις την εκκλησίαν. Και εκ των κολλύβων εκείνων της έδωκεν της θεια-Ζήσαινας η πτωχή γυνή, ήτις είχεν επιφορτισθεί από την αρχόντισσαν ξένην το κουβάλημα της προσφοράς και των κολλύβων και την επιστροφήν του πιάτου και του προσοψίου εις την οικίαν.
    Λοιπόν η Ζήσαινα τα έδεσε χωριστά τα κόλλυβα ταύτα, εις άλλην άκρην της μανδήλας της, λέγουσα ότι θα εφίλευε τα πτωχά εγγονάκια της, και αυτή εξήλθεν εις τον πρόναον διά να λάβει και ολίγα άλλα απλά νεκρώσιμα κόλλυβα, διά να φάγει και να είπει Θε-σχωρές και αυτή. Όταν όμως έφθασεν εις την οικίαν της και ηθέλησε να δώσει τα άγια κόλλυβα εις την ανύπανδρον κόρην της, διά να ιδεί την μοίραν της αύτη, είχε συγχύσει τους δύο κόμβους και δεν εγνώριζε πλέον ποίον κομπόδεμα περιείχε τα άγια και χαρμόσυνα κόλλυβα και ποίον τα πένθιμα και πεθαμένα. Διότι και τα δύο ήσαν παρεσκευασμένα με αρτυμήν.
........................................................................
    Τον Ιούνιον του επιόντος έτους ετελείτο ο γάμος της Σειραϊνώς μετά του νέου τον οποίον είχεν ιδεί εις τον ύπνον της.
    Τον επόμενον Ιούλιον, μετά σαράντα ακριβώς ημέρας, η Σειραϊνώ, η λευκή και άχολος περιστερά, έφευγεν από τον κόσμον τούτον φθισική και μαραμένη.
    Τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου της είχαν αποκαλύψει την μοίραν της. Είθε ο νυμφικός στέφανος, τον οποίον δεν επρόφθασε να χαρεί, είθε ο στέφανος ο παρθενικός, τον οποίον της ηρνήθησαν επί της νεκρικής κλίνης οι άνθρωποι, να την στέφει διπλούς και αμάραντος εις τον άλλον κόσμον.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

ΣΙΡΙΣ Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template