ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΠΑΡΩΔΙΑ, του φιλολόγου Κώστα Διονυσίου



Η  ΑΥΤΑΠΑΤΗ ΤΗΣ  ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

& Η  ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΑ ΤΗΣ  ΛΟΓΙΚΗΣ


 ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Με το να δεχτούμε να απαντήσουμε σε μηχανιστικού τύπου στερεότυπα ερωτήματα κατασκευασμένα σ’ ένα εργαστήριο παραγωγής παιδαγωγικών θεωριών, για τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης σχολικής κοινότητας, είναι σαν να αποδεχόμαστε:
Α) από τη μια πλευρά ότι η «ηθική αγωγή και διάπλαση των παίδων» με τη ζωντανή, αμφίδρομη και διαρκώς ανατροφοδοτούμενη ανθρώπινη επικοινωνία αποτελεί επιχείρηση με τη δυνατότητα εκτίμησης βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα για τα «προσδοκώμενα κέρδη», όπως το απαιτεί ο νέος νόμος για την αξιολόγηση και
Β) από την άλλη πλευρά ότι το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί ανέκαθεν υποδειγματικά σε όλους τους άλλους τομείς κι έτσι το κύριο βάρος της ομαλής και αποτελεσματικής διεκπεραίωσης πέφτει στους ώμους του εκπαιδευτικού.
ΟΥΔΕΝ ΑΝΑΛΗΘΕΣΤΕΡΟΝ ΤΟΥΤΩΝ!!!
Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα:

6.1.Φοίτηση και διαρροή των μαθητών
Για να γίνουμε σαφέστεροι, οφείλουμε να επισημάνουμε πως έτσι κι αλλιώς η φύση της αγωγής ως μιας αέναης δια βίου διαδικασίας με χρονική αφετηρία το πρώτο στάδιο της ζωής του ανθρώπου επηρεάζεται και καθορίζεται από πάρα πολλούς αστάθμητους αλλά κρισιμότατους παράγοντες ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται το στενότερο οικογενειακό περιβάλλον με την οικονομική του επιφάνεια, τον κοινωνικό του κύκλο, το γνωστικό του υπόβαθρο και το αξιακό του σύστημα καθώς επίσης και η περιρρέουσα ιδεολογική ατμόσφαιρα της εποχής που με τις εκάστοτε προτεραιότητές της ανανεώνει την ιεραρχία των επιλογών και των προτιμήσεων των νέων ανθρώπων. Το δημόσιο σχολείο σε πολλές περιπτώσεις και σχεδόν με μοιρολατρική διάθεση απλώς υποδέχεται, ανέχεται, προσπαθεί να αφομοιώσει σχεδόν αποκρυσταλλωμένες νοοτροπίες και στάσεις ζωής και να εξομαλύνει τις οποιεσδήποτε διαφορές ανάμεσα στα μέλη της μαθητικής κοινότητας παρά να επιβάλει ένα μοντέλο ή πρότυπο ζωής με γνώσεις και αξίες, ένα πρότυπο αυθεντικής ανθρωπιστικής παιδείας, ώστε να είναι πραγματικά «ανταγωνιστικό».
Πώς άλλωστε θα γινόταν διαφορετικά από ένα δημόσιο σχολείο σαν το σημερινό, χωρίς ψυχή, χωρίς όραμα, που «μαντρώνει» ή απλώς φιλοξενεί ή αλίμονο προσπαθεί να γίνει «ελκυστικό», σαν να είναι μια εμπορική επιχείρηση που θέλει να προσελκύσει πελατεία και σαν να μας διαφεύγει η αλήθεια ότι «τἀγαθά κόποις κτῶνται»· ένα σχολείο που παγιδεύει το μυαλό στην αναζήτηση της «χρήσιμης γνώσης» των κατευθύνσεων και «αποπλανά» την ανυποψίαστη νεανική ψυχή μέσα από στερεότυπα προγράμματα αγωγής, «καλές» πρακτικές διδασκαλίας, νέες λαμπερές τεχνολογίες, διαγωνισμούς δεξιοτήτων, «πρωτότυπες» ερευνητικές εργασίες κι όλα αυτά μέσα σ’ ένα πυκνό σύννεφο καταιγισμού ιδεών, τη στιγμή που κι ένα μικρό παιδί ακόμα γνωρίζει πως μια έστω και μικρής διάρκειας ισχυρή βροχόπτωση προκαλεί μεγάλη διάβρωση στο έδαφος, ενώ αντιθέτως μια μεγάλης διάρκειας ψιλή βροχούλα το δροσίζει και το αναζωογονεί.
Εντέλει αναφερόμαστε σ΄ ένα σχολείο κάθε άλλο παρά ελκυστικό, ένα σχολείο παραγωγής «ηλιθίων», σύμφωνα με την άποψη έγκριτων ψυχολόγων, όπου η υπερπληροφόρηση οδηγεί σε αποπληροφόρηση, υπερφορτώνοντας τον εγκέφαλο, ασκώντας βέβαια τη μνήμη, αδρανοποιώντας όμως την κριτική· ένα σχολείο του οποίου κάποιοι μαθητές μπορεί να θυμούνται πολλά, ξέρουν όμως ελάχιστα ή δεν ξέρουν τίποτα· ένα «εκσυγχρονισμένο» σχολείο που τελικά αποδομεί την ανθρώπινη προσωπικότητα, καθώς αντιμάχεται τις παραδοσιακές πολιτισμικές αξίες και ευαγγελίζεται ένα καινούριο κόσμο δήθεν αλληλοκατανόησης, αλλά στην ουσία μάς βυθίζει σ’ ένα σύμπαν σύγχυσης ιδεών, διαμορφώνοντας όπως μπορούμε να διακρίνουμε δυο βασικές κατηγορίες μαθητών:
Από τη μια πλευρά επιμελείς μαθητές-καταναλωτές πληροφοριών, ενδεχομένως μελλοντικά «ικανά στέλεχη» σε μια επιχείρηση της αλλοδαπής, αλλά ανίκανα να στοχαστούν, ίσως και διότι δεν τους μένει χρόνος· κι από την άλλη μαθητές-«παρόντες», αμήχανους κι άβουλους θεατές μιας διαδικασίας που δεν την κατανοούν και γι αυτό είναι αμέτοχοι, αν όχι εχθρικοί απέναντί της, παρόλο που την υπομένουν καρτερικά, για να πάρουν το πολυπόθητο σε άλλες εποχές απολυτήριο που συνήθως έχει ως συνοδευτικό πιάτο τις ελάχιστες έστω φρούδες ελπίδες της «επιτυχίας» σ’ ένα ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αυτή τη φοίτηση επιθυμούμε; Έ, λοιπόν, αν μας ικανοποιεί αυτού του είδους η φοίτηση, τότε, ναι, την εξασφαλίσαμε, χωρίς διαρροές, ασφαλώς όμως δεν καυχιόμαστε γι αυτό!
6.2.Επιτεύγματα και πρόοδος των μαθητών
Πολύ περισσότερο τώρα θεωρούμε απαραίτητο να εκφράσουμε τη σοβαρότατη επιφύλαξή μας για τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα στον τομέα των «επιτευγμάτων» ειδικότερα για τα ανθρωπιστικά μαθήματα υπό τις συνθήκες μάλιστα που βιώνουμε ως κοινωνία σε κρίση (κι εφόσον το σχολείο δεν είναι ξεκομμένο από την κοινωνία), διότι η οριοθέτηση διδακτικών στόχων, όσο ρεαλιστική κι αν φαίνεται πως είναι, δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε βέβαια και κυρίως μετρήσιμα αποτελέσματα· κι αυτό, διότι το σημερινό δημόσιο σχολείο δεν αποτελεί πια τη μοναδική πηγή άντλησης πληροφοριών, δεν υποστηρίζεται στις λυκειακές τάξεις από το σύνολο της κοινωνίας ως κύριος φορέας μετάδοσης γνώσης και αγωγής και ασφαλώς αποτελείται ως προς τη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού από ετερόκλητα μέλη με τελείως διαφορετικές μαθησιακές, κοινωνικές και ψυχολογικές ανάγκες, που καθιστούν την επίτευξη συγκεκριμένων διδακτικών στόχων ένα ιδιαίτερα επώδυνο και βασανιστικό εγχείρημα.
Επιπλέον τα χρονίζοντα προβλήματα στην εκπαίδευση που έχουν οδηγήσει εδώ και πολλά χρόνια στη γιγάντωση των φαινομένων της παραπαιδείας και της υποτίμησης του ρόλου του δημόσιου σχολείου έχουν πια οξυνθεί στον καιρό μας χωρίς καμιά αμφιβολία. Αυτά τα εκφυλιστικά φαινόμενα, που δυστυχώς υποδαυλίζονται από τα διάφορα μέσα ενημέρωσης και διαστρεβλώνουν συστηματικά την εικόνα του δημόσιου σχολείου στην κοινωνία με την ανοχή ενίοτε και της κρατικής εξουσίας σε συνδυασμό με την βαθιά ηθικοπνευματική νάρκωση του μέσου πολίτη έχουν κυριολεκτικώς ανατρέψει την ιεραρχία στο νευραλγικό τομέα της εκπαίδευσης.
Εννοούμε ότι η κοινωνία φαίνεται ξεκάθαρα πια ότι έχει αποδεχτεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο του φροντιστηρίου, αφού ο σκοπός (τίνος άραγε;) έπαψε από καιρό να είναι στην πράξη η παροχή γενικής παιδείας και η διαμόρφωση δημοκρατικών συνειδήσεων, ενώ το κύριο μέλημα όλων είναι αποκλειστικά και μόνο η αρτιότερη δυνατή πρετοιμασία των υποψηφίων για τις πανελλαδικές και όχι -στο βαθμό τουλάχιστον που θα ‘πρεπε- η εκπαίδευση μελλοντικών υπεύθυνων πολιτών· έχει στηθεί κυριολεκτικά εδώ και πολλά χρόνια μια ολόκληρη βιομηχανία εκμετάλλευσης ανθρώπινων ονείρων με σκοπό το κέρδος φυσικά, απέναντι στην οποία οι οποιεσδήποτε προσπάθειες φιλότιμων εκπαιδευτικών να μεταδώσουν και να παραγάγουν πραγματικά χρήσιμες γνώσεις για το σύνολο της μαθητικής κοινότητας συνθλίβονται από την επικρατούσα λογική της χρήσιμης πληροφορίας για την ατομική «επιτυχία».
Παρά τις αντίξοες αυτές συνθήκες όμως, προχωρήσαμε τουλάχιστον στην οριοθέτηση μινιμαλιστικών και ρεαλιστικών διδακτικών στόχων. Η επίτευξη των επιμέρους στόχων (όπως αναγράφονται στα σχετικά αναλυτικά προγράμματα) των γλωσσικών και ανθρωπιστικών μαθημάτων αλλά και των υπολοίπων που κληθήκαμε να διδάξουμε κατά τη φετινή χρονιά επιδιώχθηκε μέσα από την κλασική παραδοσιακή μέθοδο της μετωπικής διδασκαλίας με την παράδοση και την εξέταση του μαθήματος, καθώς επίσης και την κατ’ οίκον ανάθεση εργασιών· όπου κρίθηκε αναγκαίο έγινε χρήση των νέων τεχνολογιών με φειδώ και χωρίς καμία απολύτως διάθεση αποθέωσης των δυνατοτήτων τους, δεδομένου ότι θεωρείται αναντικατάστατος ο καλός δάσκαλος που μπορεί να εμπνεύσει τους μαθητές του. Ασφαλώς και λήφθηκε σοβαρά υπόψη από την αρχή σχεδόν του σχολικού έτους το γνωστικό επίπεδο των μαθητών του κάθε τμήματος ξεχωριστά με διαγνωστικά γραπτά κριτήρια και άλλες προφορικές δοκιμασίες που έθεσαν των πήχυ των προσδοκιών σε πιο στέρεες βάσεις.
Ωστόσο, επειδή η εκπαιδευτική διαδικασία είναι μια περίπλοκη κι αμφίδρομη διαδικασία διαρκούς ανατροφοδότησης, που επιφυλάσσει εκπλήξεις στον διδάσκοντα, γιατί βασίζεται κατεξοχήν στη ζωντανή καθημερινή σχέση με ανθρώπινες ψυχές και διαφορετικούς ανθρώπινους χαρακτήρες κάτω από διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά -είναι σχεδόν απίθανο να επαναλάβεις την ίδια ακριβώς διδασκαλία, όσες φορές κι αν μπεις στο ίδιο ακριβώς τμήμα και διδάξεις ακριβώς την ίδια διδακτική ενότητα ενός μαθήματος- κρίθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκαία η εκ νέου οριοθέτηση επιμέρους γνωστικών και παιδαγωγικών στόχων (στο πλαίσιο βέβαια πάντοτε των οδηγιών του αναλυτικού), ώστε να καταστήσουμε και το μάθημα πιο ελκυστικό και τους στόχους πιο ρεαλιστικούς. Και σ’ αυτόν λοιπόν τον τομέα παλέψαμε φιλότιμα, κερδίζοντας την αναγνώριση των μαθητών μας και των μελών της τοπικής κοινωνίας.

6.3.Ατομική και κοινωνική ανάπτυξη των μαθητών
Ας επανέλθουμε όμως στην ξέφρενη μοναχική κούρσα του κάθε μαθητή για την κατάκτηση του «ονείρου» της προσωπικής «επιτυχίας», τελευταία στάση της οποίας είναι αυτή της γ΄ λυκείου, όπου (κι από τη β΄ λυκείου ακόμα) το σχολείο αντιμετωπίζεται κατά περίπτωση περίπου ως χώρος αναψυχής στα πολύ σοβαρά μαθήματα γενικής παιδείας, που είναι μαθήματα ως επί το πλείστον πολιτικής και κοινωνικής αγωγής. Ο προφανής λόγος είναι πως δεν εξετάζονται βέβαια πανελλαδικά, γι αυτό και είναι ιδιαίτερα επίπονη η προσπάθεια του εκπαιδευτικού σε καθημερινή βάση, να πείσει για την αναγκαιότητα, την καθολικότητα, την εγκυκλοπαιδικότητα και τη διαχρονικότητα αυτών των μαθημάτων· συχνά μάλιστα η προσπάθεια αυτή του φιλότιμου εκπαιδευτικού λαμβάνει το χαρακτήρα επικής αναμέτρησης με την «ορθολογιστική» αντιμετώπιση της κοινωνικής πραγματικότητας και την παγιωμένη συνήθεια μιας άκρως ωφελιμιστικής και ατομικιστικής νοοτροπίας εκ μέρους των μαθητών, που ως ένα βαθμό είναι απόλυτα δικαιολογημένη ως στάση ζωής, αν και αποκαρδιωτική ως εικόνα για το μέλλον της δημοκρατικής κοινωνίας των πολιτών.
Πραγματικά, λοιπόν, είναι τελείως ανεδαφικό και αντιφατικό κι έρχεται σε σύγκρουση με την κοινή λογική να ζητάμε απ’ το σύγχρονο σχολείο να εφαρμόσει καινοτόμες διδακτικές δράσεις και σύγχρονες παιδαγωγικές πρακτικές και μεθόδους με δημοκρατικές ευαισθησίες, σ’ ένα ανθρώπινο περιβάλλον -σχολικό και κοινωνικό- ασφυκτικά εγκλωβισμένο στη λογική των εξετάσεων, όπως δείξαμε παραπάνω, γεγονός που επιτείνεται με την εντατικοποίηση του εξεταστικού συστήματος (Τράπεζα Θεμάτων) με το λεγόμενο Νέο Σχολείο. (Παρεμπιπτόντως η ύλη στα αρχαία α΄ λυκείου είναι παιδαγωγικώς απαράδεκτη ως προς την έκτασή της.)
Ακόμη αντιφατικότερο ηχεί στ’ αφτιά μας το διακύβευμα περί καλλιέργειας δημοκρατικού πολίτη (δηλαδή της κατεξοχήν σκεπτόμενης ελεύθερης προσωπικότητας που διεκδικεί ίσες ευκαιρίες σε καθεστώς αξιοκρατίας), όταν το σύστημα του σχολείου ήδη λειτουργεί -κι όλα δείχνουν πως θα συνεχίσει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και το πολυθρύλητο νέο σχολείο- περίπου ως ένα σύστημα φυσικής επιλογής ανάμεσα σ’ αυτούς που μπορούν να επιβιώσουν και σ’ αυτούς που κάποια μοίρα ή κάποιος θεός τους έταξε στην πλευρά των ηττημένων.
(Εύλογο ερώτημα σε πρακτικό ζήτημα από έναν εκπαιδευτικό που διδάσκει το μάθημα της φιλοσοφίας: Πώς μπορεί να αξιολογηθεί άραγε ο μέσος μαθητής της β΄ λυκείου σ’ ένα μάθημα ιδιαίτερα απαιτητικό, κατεξοχήν θεωρητικό με πλήθος αφηρημένων εννοιών, δύσκολα αντιληπτών χωρίς την κατάλληλη εμπειρία κι ακόμα δυσκολότερων να εκφραστούν, με δεδομένη τη λεξιπενία και την ανεπαρκή πνευματική συγκρότηση αυτής της ηλικίας, πλήν εξαιρέσεων; Πολύ φοβάμαι πως την απάντηση ήδη την ξέρουμε, ότι ο μόνος τρόπος δηλαδή είναι και πάλι η στείρα αποστήθιση μιας επιπλέον «χρήσιμης» πληροφορίας δίπλα στις τόσες άλλες, χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα και χωρίς όφελος για την πολυπόθητη καλλιέργεια κριτικής ικανότητας και σκέψης του δημοκρατικού μαθητή που φαντάζομαι πως είναι και το ζητούμενο.)
Κι επειδή περιμένει κανείς ν’ ακούσει ως αντίλογο πως η δημοκρατία είναι κατάκτηση κι όχι θεωρία, είναι δηλαδή μια διαδικασία συμμετοχική, συλλογική, βιωματική, ένα μάθημα που δεν είναι κλεισμένο στις σελίδες ενός εγχειριδίου πολιτικής θεωρίας, αλλά που διδάσκεται «ἔργῳ», θα αναρωτηθούμε αν ως έμπρακτη και βιωματική εφαρμογή θεωρείται η δημοκρατία που «δικαιώνεται», όταν εξισώνει τον καθηγητή με τον μαθητή, δίνοντας βήμα σε κάθε μαθητή να εκφράσει με παρρησία τη δυσαρέσκειά του για οποιοδήποτε θέμα, ακόμη και για το πώς πρέπει να διοικείται ένα σχολείο, η δημοκρατία που βαυκαλίζεται μέσα στις πολύβουες αίθουσες των χαοτικών συνελεύσεων των μαθητικών κοινοτήτων ή στα φτιασιδωμένα υποκατάστατα του τύπου της «βουλής των εφήβων»· το πρώτο δείγμα «δημοκρατίας» μπορεί να το ονομάσει κανείς και λαϊκισμό, το δεύτερο μοιάζει με οχλοκρατία από ένα σημείο και πέρα, ενώ το τρίτο ίσως υπό μία έννοια να μπορεί να συγκριθεί, τηρουμένων των αναλογιών βέβαια, με μια σύγχρονη πολιτική και πνευματική ελίτ που έχει το προνόμιο και την άνεση να συζητά για τα προβλήματα και τις ζωές των άλλων. Ε, λοιπόν, τέτοιου είδους πρακτικές για την «εμφύτευση δημοκρατικής συνείδησης» τις εφαρμόσαμε κατά γράμμα κι εμείς μέσα στο πλαίσιο των παιδαγωγικών μας υποχρεώσεων.

 Συμπεράσματα
Κάτω λοιπόν απ’ αυτές τις παγιωμένες εδώ και πολλά χρόνια εκπαιδευτικές πρακτικές και αντίξοες παιδαγωγικές συνθήκες, όταν η εγκυκλοπαιδική γνώση έχει ξεθωριάσει ως χρήσιμη πληροφορία, ο μαθητής-πολίτης έχει εκπέσει στην τάξη του καταναλωτή-πελάτη και το αρμόδιο Υπουργείο έχει αποτύχει παταγωδώς σε μια σειρά από φιλόδοξες αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις, που όξυναν το πρόβλημα αντί να το αμβλύνουν, έρχεται  η περίφημη αυτοαξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, για να καλύψει μ’ ένα φανταχτερό πέπλο υποκρισίας τις διαχρονικές ευθύνες της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας και να μετακυλίσει το βάρος της αποτυχίας στις πλάτες των εκπαιδευτικών.
Και … για όσους δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα την πυρίτιδα το φωνάζουμε και το διατυμπανίζουμε· έχει μετασχηματιστεί εδώ και πολλάάά(!) χρόνια το λύκειο σε προθάλαμο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση!
Συνεπώς, όπως φάνηκε από τα παραπάνω, μια ετεροχρονισμένη σεμιναριακού τύπου απόπειρα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου κάτω από τις συνθήκες που περιγράψαμε, αντιστρατεύεται πλέον τους κανόνες της λογικής. Η Τράπεζα θεμάτων αποτελεί απλώς την ταφόπλακα, όπως το βιώνουμε στην α΄ λυκείου, οποιωνδήποτε πειραματισμών για τη βελτίωση της ποιότητας του δημόσιου σχολείου και το εφαλτήριο για την ενίσχυση και καθιέρωση του ρόλου της παραπαιδείας· την ίδια στιγμή ο στόχος της καλλιέργειας δημοκρατικής συνείδησης μοιάζει περισσότερο με τίτλο θεατρικής σάτιρας για τη διακωμώδηση ενός αυστηρώς τυπικού δασκαλίστικου καθωσπρεπισμού, «δημοκρατικώς ενδεδυμένου δια την περίστασιν», όπου ο κάθε ψοφοδεής δημόσιος υπάλληλος θα υποχρεωθεί να υποδυθεί και πάλι ένα ρόλο που να ταιριάζει στη διάφανη και φαρδιά δημοκρατία του καιρού μας.
Οποιαδήποτε εκτίμηση περί του αντιθέτου μάλλον υπηρετεί πάγιες πολιτικές επιλογές (ποιος ξέρει με ποιο σκοπό) που πειραματίζονται να εφαρμόσουν με μια προκρούστεια λογική «θεωρίες του εργαστηρίου» στο χιλιοταλαιπωρημένο σώμα της δημόσιας εκπαίδευσης.

Διονυσίου Κωνσταντίνος, ΠΕ02
ΓΕΛ Ν.Ζίχνης Σερρών, 18-02-14

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

ΣΙΡΙΣ Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template