ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΜΕ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ὁ σημαδιακός

Ἀπὸ τῆς σμικροτάτης νήσου Δασκαλειοῦ ἢ ἀπὸ λέμβου ἐν τῷ λιμένι θεώμενός τις, τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 186..., θὰ ἔβλεπε ποικίλα φῶτα διασχίζοντα καθ᾿ ὅλας τὰς διεθύνσεις τὰς ὁδοὺς τῆς πολίχνης Σ... Δὲν ἦτο τίποτε ἔκτακτον. Ζεύγη παιδίων μετὰ φανῶν καὶ δᾴδων περιερχόμενα τὰς οἰκίας, τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς, ἔψαλλον τὰ φῶτα. Δυὸ μειράκια, πρωτεξάδελφοι ἐκ μητρός, ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος, ἀνέβαινον τὸ λιθόστρωτον τῆς παραθαλάσσιας ὁδοῦ, τὸ ὑπερκείμενον ἀποτόμου κρημνώδους βράχου καὶ φέρον εἰς τὴν ἄνω ἐνορίαν. Ὁ Σωτῆρος ἦτο δωδεκαετής, ὁ Ἀλέκος δεκαετής. Ὁ πρῶτος ἔφερε τὸ νησιώτικον ἔνδυμα, ὁ δεύτερος ἦτο «φράγκος», δηλαδὴ ἐφόρει κακόζηλα στενὰ ἐξ ἐγχωρίου ὑφάσματος, καὶ κασκέτον. Οὗτος ἐκράτει μόνον λεπτὴν ράβδον, ὁ δὲ Σωτῆρος ἦτο κάσσα, ἐκράτει δὲ καὶ τὸν φανόν. Καθ᾿ ὅλον τὸ ἔτος οἱ δυὸ ἐξάδελφοι ἦσαν πάντοτε μαλωμένοι μεταξύ των. Τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων ὅμως ἐπήρχετο ἡ συνδιαλλαγή, περιῆρχοντο κατὰ τὰς τρεῖς ἑορτὰς «τὰς συγγενικὸς οἰκίας», ἐτραγώδουν τὰ συνήθη ᾄσματα, ἐμάζευον ὀλίγα λεπτά, ἔκαμνον μερίδιον... καὶ πάλιν μετὰ τὰ Φῶτα ἐμάλωναν.
……………………………………………………………………………………

Παρὰ τὴν ἑστίαν πατριαρχικῶς καθήμενος μπάρμπα-Θανασός, ἔχων ἀντικρὺ τὴν πιστὴν συμβίαν του, καὶ περιστοιχούμενος ὑπὸ τῶν τεσσάρων θυγατέρων του καὶ τῶν τεσσάρων νεωτέρων υἱῶν του, διότι οἱ δυὸ πρεσβύτεροι ἔλειπον μὲ τὸ καράβι, ὡς ἀνωτέρω εἶπομεν, ἀπήλαυε τῆς μακάριας ἡδονῆς τοῦ οἴκου, ἣν μόνος ἐπὶ μακρὸν στερηθεὶς αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμήσῃ. καπετάν-Θανασὸς δὲν εἶχε μετρίας ἀπαιτήσεις. Ἤθελε πλὴν τοῦ κοινοῦ ᾄσματος τῶν Φώτων, ἓν δι᾿ ἑαυτόν, ἓν διὰ τὴν σύζυγόν του, ἓν διὰ τὸ καράβι, ἀνὰ ἓν διὰ τοὺς ἓξ υἱούς του, ἀνὰ ἓν διὰ τὰς τρεῖς θυγατέρας του, καὶ δυὸ διὰ τὴν τρίτην κόρην του, τὸ Μπραϊνάκι, τὸ ὅλον δεκαπέντε ᾄσματα. Ποῦ νὰ τὰ ὀρμαθιάσουν τόσα οἱ δυὸ αὐτοσχέδιοι μελῳδοί; Ἐφέτος εἶχον ἀντλήσει ἐκ τῶν ἀκένωτων πηγῶν τῆς μνήμης τῆς γηραιᾶς μάμμης, καὶ κατώρθωσαν σχεδὸν νὰ φθάσωσι τὸν ἀριθμόν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καπετάν-Θανασὸς παρέτασσεν ἐπὶ τῆς ἑστίας τόσα εἰκοσιπενταράκια τούρκικα ἑλληνικὰ τοῦ Ὄθωνος, ὅσα ἦταν καὶ τὰ παρ᾿ αὐτοῦ ἀπαιτούμενα ᾄσματα, καὶ ἔλεγεν: «Αὐτὸ γιὰ μένα, αὐτὸ γιὰ τὴν καπετάνισσα, αὐτὸ γιὰ τὸ καράβι... αὐτὸ γιὰ τὸν Κωνσταντῆ, γιὰ τὸν Γιάννη, γιὰ τὸν Παναγῆ, γιὰ τὸ Βασίλη, γιὰ τὸν Ἀνδρέα, γιὰ τὸν Γιωργῆ... αὐτὸ γιὰ τὴν Φλωροῦ, γιὰ τὴ Σινιωρίτσα... αὐτὰ τὰ δυὸ γιὰ τὸ Μπραϊνάκι... κι αὐτὸ γιὰ τὸ Γηρακώ...» ….
ἦτο τὸ ἑξῆς ᾄσμα, ὀφειλόμενον εἰς τὴν μνήμην τῆς μάμμης, καὶ ὅπερ ἐτραγούδησαν οἱ δυὸ νέοι:
Κυρά μου, τὰ παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ἀκριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στὸ πέλαγο ἀρμενίζουν
καὶ μὲ τ᾿ ἀφέντη τὴν εὐχὴ γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν·
Κι ὁ κὺρ Βορρηᾶς τὰ κύματα φυσάει καὶ τὰ σπρώχνει.
Σπρῶχνε, Βορρηά, τὰ κύματα, νὰ μὤρθῃ τὸ παιδί μου,
τἀγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,
ἀνάθρεμμα τῆς ἀγκαλιᾶς, τῆς ξενητειᾶς λουλούδι!
Ἐνθουσιῶν ὁ καπετάν-Θανασὸς ἠγέρθη αὐτομάτως καὶ ἐλθὼν προσεκόλλησε σφάντζικον ἐπὶ τοῦ μετώπου τοῦ Σωτήρου, μειδιῶντος καὶ ἀνεχομένου· τὸ αὐτὸ ἠθέλησε νὰ κάμη καὶ εἰς τὸν Ἀλέκον, ἀλλ᾿ οὗτος φοβερῶς μορφάσας, ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον καὶ εἶπε:
- Δὲν εἶμ᾿ ἐγὼ βιολιτζῆς, μπάρμπα.
Ἀφοῦ ἐκαλονύκτισαν τὴν οἰκογένειαν
………………………………………………………………………………………….
Δυὸ ἦσαν οἱ ἥρωες τῆς ἡμέρας. Ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς. Οὗτοι διηγωνίζοντο κατ᾿ ἔτος περὶ τοῦ γέρατος. Καὶ ἔφερον πασίδηλα τὰ ἴχνη τῆς μακροετοῦς ταύτης πάλης. Ὁ μὲν Φτίκας εἶχεν ἑπτὰ δακτύλους εἰς τὰς δύο χεῖρας του, ὁ δὲ Σοροκᾶς ἕνα ὀφθαλμὸν ὀλιγώτερον τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. …. Δωδεκὰς λέμβων ἵστατο πλησίον τῆς ἀποβάθρας. Αὗται περιεῖχον τὸ πλήρωμα τῶν δυὸ μπουλουκιῶν, διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχαν μπουλούκια, σχεδὸν πολεμάρχαι. Ἄλλαι πολυάριθμοι λέμβοι ἵσταντο ἀπωτέρω, φέρουσαι μόνον θεατάς. Καὶ ὅλη ἡ ἀποβάθρα, καὶ ὅλη ἡ παραθαλάσσιος ἀγορά, καὶ ὅλοι οἱ ἐξῶσται καὶ τὰ παράθυρα πλήρη κόσμου. …
Τίμιος Σταυρὸς ἔπεσε τέλος εἰς τὸ κύμα καὶ μάχη ἤρχισεν. Εὐτυχῶς ὑπῆρξε σύντομος κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ὁ μπουλουκτσῆς τοῦ Φτίκα, ὅστις ἤρπασε πρῶτος τὸν Σταυρόν, εὑρίσκετο ἀρκετὰ πλησίον τῆς λέμβου του, καὶ εἶχεν ἀρκετὴν ἐπιδεξιότητα, ὥστε οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων τοῦ Σοροκᾶ ἐπρόφθανε νὰ τοῦ κόψη τὰ δάκτυλα ἢ νὰ τοῦ δοκιμάση τὸν γρόνθον, διὰ νὰ τοῦ τὸν ἀποσπάση. Ἅμα πατήσας εἰς λέμβον, εὑρίσκετο εἰς οὐδέτερον ἔδαφος ἢ μᾶλλον εὑρίσκετο εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ δὲν ἐπετρέπετο πλέον μάχη.
Τὸ μπουλούκι τοῦ Φτίκα ἠλάλαξεν ἐν θριάμβῳ. Ἦτο τέταρτον ἔτος τοῦτο ἀφότου κατὰ σειρὰν ἑνίκα. Ὁ Φτίκας ἦτο ἄνθρωπος εὐτυχὴς τὴν ἡμέραν ἐκείνην…

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

ΣΙΡΙΣ Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template