ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ: Γ.ΚΑΡΤΕΡΗΣ, ΚΑΤΣΕ ΚΑΛΑ


Στο πατάρι του καφέ-Αλχημείο, ένα φιλικό χώρο στο μέγεθος δωματίου και με την ίδια σπιτική ατμόσφαιρα, συγκεντρώθηκε τη Δευτέρα 4 Απριλίου η ομάδα μας, οι Βιβλιολάτες. Αυτή τη φορά, τέταρτη στη σειρά, ανταλλάξαμε τις εντυπώσεις μας πάνω στο μυθιστόρημα του Γιώργου Καρτέρη, Κάτσε καλά, Εστία 2000.
Το ξεχωριστό της βραδιάς ήταν ότι μαζί μας ήπιε το καφέ του ο συγγραφέας, που είναι συνάδελφος μαθηματικός και μένει εδώ και χρόνια στην πόλη μας.
Την ευθύνη της κεντρικής παρουσίασης είχε η Σύμβουλος των Φιλολόγων, κα Ζάγκα. Μετά ακολούθησε συζήτηση με το συγγραφέα, κατά τη διάρκεια της οποίας είχαμε την ευκαιρία να θέσουμε ερωτήσεις και να γνωρίσουμε καλύτερα την τεχνική του.
Σε παρατηρήσεις για τη δομή του έργου ο συγγραφέας υπερασπίστηκε τη μέθοδό του γραφής, που δεν προϋποθέτει ένα σκελετό πλοκής αλλά προχωρά ελεύθερα, στηριζόμενη σε μνημονικό υλικό.
Ιδιαίτερα ελκυστική θεωρήθηκε η γλώσσα του, που συνειδητά περιλαμβάνει στοιχεία διαλέκτου. Άρεσαν πολύ τα σημεία των αφηγήσεων του παππού.
Κεντρικός άξονας του έργου κατά κοινή ομολογία είναι ο έρωτας, ή μάλλον οι έρωτες, σε όλες τις μορφές τους, σαρκικοί, ηδονοβλεπτικοί, έως διαστροφικοί. Οι γυναίκες αναγνώστριες της ομάδας παραπονέθηκαν για την παρουσίαση της γυναίκας ως αντικείμενου- αν και ο συγγραφέας αρνήθηκε αυτή την οπτική - και για την απουσία ονείρου, την κυριαρχία δηλαδή της σκληρής απογυμνωμένης πραγματικότητας.
Επιπλέον συζητήθηκαν τα θέματα που το βιβλίο διαπραγματεύεται, όπως η δήλωση μετανοίας ενός παλιού κομμουνιστή, η εικόνα του καθηγητή, η ιστορία των καταλήψεων του 1998, η διάσταση της ζωής σε επαρχία και αστικό κέντρο.
Παραθέτω δύο χωρία που προσωπικά θεωρώ ότι αντιπροσωπεύουν το συγκεκριμένο έργο και το συγγραφέα του:
Σαν μπήκε καλά η άνοιξη, τα πόδια της τελείως γυμνά άνοιγαν στη χάξη και στη φέξη. Οι περισσότεροι, ενοχλημένοι απ’ τη φωτεινότητα, τα έβρισκαν ρηχά, εκείνο που έψαχναν τα προηγούμενα τρίμηνα, έμοιαζε να ‘χει βγει στην επιφάνεια. Άρχισαν να ρίχνουν ματιές ψηλότερα, στα βαμμένα χείλια της, στα βαμμένα μάτια της και ανακάλυπταν ένα άλλο μυστήριο βάθος στο πρόσωπό της, σα να έβγαζε πόδια το βλέμμα της καθώς κοιτούσε απ’ το παράθυρο, μακριά, το φυτεμένο κάμπο και τα πράσινα βουνά. Κοντά στην άνοιξη όσο ποτέ, η μικρή φιλολογίνα λουλούδιασε και μύρισε η αίθουσα απ’ τα μαλλιά της.” (σ.67)
Όταν μιλούσε για τη σχολική ζωή, για τη διαχείριση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ο Σωτήρης ξεχνιόταν εντελώς, τα μάτια του, που είχαν ένα ανοιχτό θαλασσί, έπαιρναν το χρώμα το βαθύ της θάλασσας μεσοπέλαγα, πότε πράσινα και πότε μπλέ, το πρόσωπό του έβγαζε μια αχνή κόκκινη λάμψη. “Βάρδα να μη σου δώσουν μικρόφωνο” συνήθιζε να τον πειράζει ο Ψόφης κι εκείνος καταλάβαινε πως έπρεπε να σταματήσει.” (σ.172)




0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

ΣΙΡΙΣ Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template