ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ: Γ.ΚΑΡΤΕΡΗΣ, ΚΑΤΣΕ ΚΑΛΑ

0 σχόλια
Στο πατάρι του καφέ-Αλχημείο, ένα φιλικό χώρο στο μέγεθος δωματίου και με την ίδια σπιτική ατμόσφαιρα, συγκεντρώθηκε τη Δευτέρα 4 Απριλίου η ομάδα μας, οι Βιβλιολάτες. Αυτή τη φορά, τέταρτη στη σειρά, ανταλλάξαμε τις εντυπώσεις μας πάνω στο μυθιστόρημα του Γιώργου Καρτέρη, Κάτσε καλά, Εστία 2000.
Το ξεχωριστό της βραδιάς ήταν ότι μαζί μας ήπιε το καφέ του ο συγγραφέας, που είναι συνάδελφος μαθηματικός και μένει εδώ και χρόνια στην πόλη μας.
Την ευθύνη της κεντρικής παρουσίασης είχε η Σύμβουλος των Φιλολόγων, κα Ζάγκα. Μετά ακολούθησε συζήτηση με το συγγραφέα, κατά τη διάρκεια της οποίας είχαμε την ευκαιρία να θέσουμε ερωτήσεις και να γνωρίσουμε καλύτερα την τεχνική του.
Σε παρατηρήσεις για τη δομή του έργου ο συγγραφέας υπερασπίστηκε τη μέθοδό του γραφής, που δεν προϋποθέτει ένα σκελετό πλοκής αλλά προχωρά ελεύθερα, στηριζόμενη σε μνημονικό υλικό.
Ιδιαίτερα ελκυστική θεωρήθηκε η γλώσσα του, που συνειδητά περιλαμβάνει στοιχεία διαλέκτου. Άρεσαν πολύ τα σημεία των αφηγήσεων του παππού.
Κεντρικός άξονας του έργου κατά κοινή ομολογία είναι ο έρωτας, ή μάλλον οι έρωτες, σε όλες τις μορφές τους, σαρκικοί, ηδονοβλεπτικοί, έως διαστροφικοί. Οι γυναίκες αναγνώστριες της ομάδας παραπονέθηκαν για την παρουσίαση της γυναίκας ως αντικείμενου- αν και ο συγγραφέας αρνήθηκε αυτή την οπτική - και για την απουσία ονείρου, την κυριαρχία δηλαδή της σκληρής απογυμνωμένης πραγματικότητας.
Επιπλέον συζητήθηκαν τα θέματα που το βιβλίο διαπραγματεύεται, όπως η δήλωση μετανοίας ενός παλιού κομμουνιστή, η εικόνα του καθηγητή, η ιστορία των καταλήψεων του 1998, η διάσταση της ζωής σε επαρχία και αστικό κέντρο.
Παραθέτω δύο χωρία που προσωπικά θεωρώ ότι αντιπροσωπεύουν το συγκεκριμένο έργο και το συγγραφέα του:
Σαν μπήκε καλά η άνοιξη, τα πόδια της τελείως γυμνά άνοιγαν στη χάξη και στη φέξη. Οι περισσότεροι, ενοχλημένοι απ’ τη φωτεινότητα, τα έβρισκαν ρηχά, εκείνο που έψαχναν τα προηγούμενα τρίμηνα, έμοιαζε να ‘χει βγει στην επιφάνεια. Άρχισαν να ρίχνουν ματιές ψηλότερα, στα βαμμένα χείλια της, στα βαμμένα μάτια της και ανακάλυπταν ένα άλλο μυστήριο βάθος στο πρόσωπό της, σα να έβγαζε πόδια το βλέμμα της καθώς κοιτούσε απ’ το παράθυρο, μακριά, το φυτεμένο κάμπο και τα πράσινα βουνά. Κοντά στην άνοιξη όσο ποτέ, η μικρή φιλολογίνα λουλούδιασε και μύρισε η αίθουσα απ’ τα μαλλιά της.” (σ.67)
Όταν μιλούσε για τη σχολική ζωή, για τη διαχείριση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ο Σωτήρης ξεχνιόταν εντελώς, τα μάτια του, που είχαν ένα ανοιχτό θαλασσί, έπαιρναν το χρώμα το βαθύ της θάλασσας μεσοπέλαγα, πότε πράσινα και πότε μπλέ, το πρόσωπό του έβγαζε μια αχνή κόκκινη λάμψη. “Βάρδα να μη σου δώσουν μικρόφωνο” συνήθιζε να τον πειράζει ο Ψόφης κι εκείνος καταλάβαινε πως έπρεπε να σταματήσει.” (σ.172)




Παγκόσμια ημέρα ποίησης: βίντεο της σχολικής βιβλιοθήκης του 5ου Γυμνασίου Σερρων

0 σχόλια

Παπαδιαμάντης, "Άγια και πεθαμένα"

0 σχόλια
Ήτο Παρασκευή της Α΄ εβδομάδος των Νηστειών, η προτεραία του Αγίου Θεοδώρου. Την πρωίαν εκείνην, εις την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, προσεφέρετο αφθονία κολλύβων εις τους ναούς.
    Τα προσφερόμενα κόλλυβα ήσαν όχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εις μνήμην των νεκρών, αλλά και εορτάσιμα κόλλυβα, προς τιμήν του Αγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δεν είναι η ημέρα, αλλά μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ’ όλα δε τα Σάββατα εν γένει γίνονται μνείαι των νεκρών μετά κολλύβων. Προσέτι, δεν είναι μνήμη «των Αγίων Θεοδώρων», αλλά μόνον του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, και όχι πάλιν η μνήμη αυτού, ήτις τελείται κατά την 17 Φεβρουαρίου, όπως η του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου τη 8 του αυτού, αλλά μόνον «Ανάμνησις του διά κολλύβων γενομένου θαύματος παρά του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος», ότε ο ασεβής τύραννος Ιουλιανός ο Παραβάτης ηθέλησε να μολύνει τους χριστιανούς, κατά την πρώτην εβδομάδα των Νηστειών, διά των ειδωλοθύτων, εμφανισθείς δε ο Άγιος εις τον επίσκοπον παρήγγειλε να δώσει κόλλυβα εις τους πιστούς να φάγουν, εξηγήσας άμα τι είναι τα κόλλυβα.
    Εις τας μνήμας όλων των Αγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, εορτάσιμα, εξαιρέτως δε κατά την εορτήν ταύτην του Αγίου Θεοδώρου, εις ανάμνησιν του θαύματος. Τα κόλλυβα δε ταύτα του Αγίου Θεοδώρου είχον και θαυματουργόν ιδιότητα διά τας κόρας του λαού.
    Εάν είχε πίστιν εις τον Θεόν και ευλάβειαν εις τον Άγιον, ήρκει πάσα κόρη να λάβει μίαν δράκα εξ αυτών των αγίων κολλύβων και την νύκτα της Παρασκευής προς το Σάββατον να τα βάλει υποκάτω εις το προσκέφαλόν της, διά να ίδει καθ’ ύπνον ολοφάνερα τον μέλλοντα ευτυχή σύζυγόν της.
    Εβασίζετο η δοξασία επί της παραδόσεως… Ο άγιος Μάρτυς Θεόδωρος εθεωρείτο ανέκαθεν ως ο ευρετής των απολωλότων και ο αποκαλυπτής των κρυφίων. Διηγούνται τα συναξάρια πώς είς άρχων είχε χάσει τον δούλον του, πώς προσήλθεν ικετεύων εις τον ναόν του Μάρτυρος, ο δε Άγιος συνέβη να λείπει την νύκτα εκείνην, διότι είχεν υπάγει, μεθ’ όλων των ταγμάτων των Αθλοφόρων, εις προϋπάντησιν της ψυχής του οσίου Ιωσήφ του υμνογράφου (ούτος είναι ο ποιητής του κατά τας ημέρας ταύτας ηχούντος εν τοις ναοίς «Χριστού βίβλον έμψυχον»), εξ ευγνωμοσύνης, διότι είχε τιμήσει δι’ ύμνων και εγκωμίων όλους τους Μάρτυρας∙ πώς την άλλην ημέραν επέστρεψεν ο Άγιος Θεόδωρος και αφού εξήγησε τον λόγον της απουσίας του και της βραδύτητος, απεκάλυψεν εις τον αιτούντα πού ευρίσκετο ο εξαφανισθείς δούλος.
 .....................................................................
  Η θεια-Ζήσαινα τα είχεν εκλάβει ως άγια, διότι ήσαν με αρτυμήν παρεσκευασμένα, δηλαδή με μείγμα μέλιτος και σεμιγδάλεως. Διότι μόνον τα εορτάσιμα κόλλυβα παρασκευάζονται κατά τον τρόπον τούτον. Τα νεκρώσιμα είναι καθαρόν βρασμένον σιτάρι, στολισμένα μόνον με ολίγους σταυρούς από σταφίδας, με κοφέτα ή με λοβιά από ρόδι, εις την επιφάνειαν. Κάποια όμως ξένη, λιμενάρχαινα ίσως ή ειρηνοδίκαινα, μη γνωρίζουσα το γνήσιον έθιμον του τόπου, είχε κατασκευάσει με τοιούτον άρτυμα τα νεκρώσιμα κόλλυβα, τα οποία είχε στείλει εις την εκκλησίαν. Και εκ των κολλύβων εκείνων της έδωκεν της θεια-Ζήσαινας η πτωχή γυνή, ήτις είχεν επιφορτισθεί από την αρχόντισσαν ξένην το κουβάλημα της προσφοράς και των κολλύβων και την επιστροφήν του πιάτου και του προσοψίου εις την οικίαν.
    Λοιπόν η Ζήσαινα τα έδεσε χωριστά τα κόλλυβα ταύτα, εις άλλην άκρην της μανδήλας της, λέγουσα ότι θα εφίλευε τα πτωχά εγγονάκια της, και αυτή εξήλθεν εις τον πρόναον διά να λάβει και ολίγα άλλα απλά νεκρώσιμα κόλλυβα, διά να φάγει και να είπει Θε-σχωρές και αυτή. Όταν όμως έφθασεν εις την οικίαν της και ηθέλησε να δώσει τα άγια κόλλυβα εις την ανύπανδρον κόρην της, διά να ιδεί την μοίραν της αύτη, είχε συγχύσει τους δύο κόμβους και δεν εγνώριζε πλέον ποίον κομπόδεμα περιείχε τα άγια και χαρμόσυνα κόλλυβα και ποίον τα πένθιμα και πεθαμένα. Διότι και τα δύο ήσαν παρεσκευασμένα με αρτυμήν.
........................................................................
    Τον Ιούνιον του επιόντος έτους ετελείτο ο γάμος της Σειραϊνώς μετά του νέου τον οποίον είχεν ιδεί εις τον ύπνον της.
    Τον επόμενον Ιούλιον, μετά σαράντα ακριβώς ημέρας, η Σειραϊνώ, η λευκή και άχολος περιστερά, έφευγεν από τον κόσμον τούτον φθισική και μαραμένη.
    Τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου της είχαν αποκαλύψει την μοίραν της. Είθε ο νυμφικός στέφανος, τον οποίον δεν επρόφθασε να χαρεί, είθε ο στέφανος ο παρθενικός, τον οποίον της ηρνήθησαν επί της νεκρικής κλίνης οι άνθρωποι, να την στέφει διπλούς και αμάραντος εις τον άλλον κόσμον.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ "ΣΕΛΙΔΕΣ"

0 σχόλια
Γιώργος Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά
      Τώρα που έχουν πεθάνει όλες οι γριές, γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν μέσα μου ένα σωρό απορίες βαθιές για πρόσωπα και πράγματα παλιά και για πάντα σβησμένα. Όσο ζούσαν εκείνες, δεν ξέρω γιατί, σχεδόν τίποτα δεν ήθελα να ρωτήσω. Η αλήθεια είναι πως κι οι ίδιες δεν έδειχναν προθυμία να μου τα πουν. Τυχαία μόνο τις άκουγα να λένε μεταξύ τους για τους προγόνους και τα παλιά, σαν τις κυρίευε η νοσταλγία και το παράπονο για τη βασανισμένη ζωή, που τους ήταν γραμμένο να κάνουνε στα στερνά τους στην προσφυγιά. Αυτό σχεδόν με εξόργιζε. Θαρρούσα πως κατηγορούσαν πλάγια τις συνθήκες ζωής που είχαμε εξασφαλίσει. Άνοιγα τότε το στόμα μου κι εγώ κι αράδιαζα αστόχαστα διάφορα πράγματα πικρά και περιγελαστικά για τα πρωτόγονα, όπως νόμιζα, μέρη απ’ όπου είχαμε ξεριζωθεί άγρια. Εκείνες όμως διαμαρτύρονταν σφοδρά, φέρνοντας στο φως, απάνω στην αγανάκτησή τους, περιγραφές που έδειχναν μια ζωή πολύ ανώτερη, και προπαντός ευγενικότερη, απ’ αυτήν της ρωμέικιας κοινωνίας, όπου βουρλιζόμαστε ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, όλοι.
     Μιλούσαν και για τους άντρες τους καμιά φορά, τους παππούδες μου, μ’ όλον εκείνον τον εξαγνισμό που φέρνουν τα πολλά τα χρόνια κι ο θάνατος. Αν δεν ήταν τα παιδιά τους, θα ’λεγε κανείς πως σχέση ερωτική δεν είχαν αυτές με τους αντράδες τους. Κι όμως κάποιες κιτρινισμένες και σπασμένες στις άκρες φωτογραφίες, μέσα στις φτωχικές μαύρες τσάντες τους, μαζί με τρίμματα από αντίδωρο, σταυρολούλουδα και πενηνταράκια για το δίσκο της εκκλησίας, έδειχναν κάτι παλίκαρους, που θα πρέπει να ’χαν ξεσηκώσει στον καιρό τους ακατανίκητα πάθη και να ’χαν αποδώσει πολύ ερωτικά.
…………………………………………………………..
Η χήρα ανάπτυξε τότε όλη της τη δραστηριότητα. Αποδείχτηκε πως κάτω από κείνο το φακιόλι κρυβόταν πολλή τόλμη και εξυπνάδα. Πήρε πρώτα τα κορίτσια της και τα πήγε στη Σαλονίκη. Αφού τα ταχτοποίησε κοντά σε πατριώτες, κίνησε με τα πόδια για την απελευθερωμένη πατρίδα. Φτάνοντας, βρήκε ευτυχώς, το σπίτι απείραχτο. Μια γειτόνισσα Τουρκάλα το προστάτευε. Δούλεψε εκεί για μήνες παλικαρίσια. Συμμάζεψε το σπιτικό, έκανε σοδειά, έβγαλε πουλιά και παπιά, ετοίμασε τραχανάδες, γιουφκάδες, ρετσέλια – χαμπάρι δεν είχε για τον κόσμο ούτε και την ένοιαζε. Πάει μια μέρα ένας ξάδερφός της και της λέει: «Γρήγορα, ξαδέρφη, έρχονται οι τσέτες». Δεν τον ρώτησε τίποτα. Φόρεσε τα ρούχα της τα καλά, έβαλε στις κότες νερό, έριξε μια ματιά στο στάρι και στο καλαμπόκι, που ανέβαινε ως το ταβάνι στα κάτω δωμάτια, και τράβηξε οριστικά την πόρτα. Ούτε ένα σπυρί δεν μπόρεσε να πάρει από κείνα τα αλησμόνητα πλούτη. Ήταν σπουδαία η σοδειά τη χρονιά της Καταστροφής. Έφερε το κλειδί του σπιτιού και το ’χουμε ακόμα κρεμασμένο στον τοίχο. Έζησε χρόνια και χρόνια, χωρίς να παραδεχτεί ποτέ της την εξαθλίωση. Σαν πέθανε, δεν ξέραμε τι ηλικία να βάλουμε στο μνήμα της, δεν είχε ποτέ της κανένα χαρτί, ούτε ήξερε πότε ακριβώς γεννήθηκε. Στην Τουρκιά δεν τους γράφαν σε κανένα τεφτέρι. Θυμηθήκαμε πως μας έλεγε ότι την είχε βαφτίσει ένας Ρώσος αξιωματικός, γι’ αυτό άλλωστε την έλεγαν και Μόσχα. Εμείς, βέβαια, τα εγγόνια της, πάντοτε Μόσχω τη δηλώναμε.  …….

Γιώργος Ιωάννου, Σ' ένα παλιό τούρκικο σπίτι

Σ' ένα παλιό τούρκικο σπίτι
κλείστηκα μέρες και παλεύω
με τους λεκέδες του ασβέστη.
Μετρώ τα ξύλα στο ταβάνι, βρίσκω τα νερά∙
δίνω ονόματα, τους δίνω την καρδιά μου.

Ύστερα παίρνει και φυσά.
Σαρώνονται χαρές και γνωριμίες.
Ξανά μονάχος με τα ξύλα και τις πέτρες.

Ίσως στεριώσω τώρα∙ πάλι απ' την αρχή.
Ίσως προφτάσω να σκαλώσω τους χαμένους.               Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)



Ντίνος Χριστιανόπουλος, Κατατρέχουν τη γραφικότητα

Ήρθαν κύριοι με τσάντες και μεζούρες,
μέτρησαν το οικόπεδο, άνοιξαν χαρτιά,
οι εργάτες έδιωξαν τα περιστέρια,
ξήλωσαν το χαγιάτι, έριξαν το σπίτι,
σβήσαν ασβέστη μες στον κήπο,
φέραν τσιμέντο, στήσαν σκαλωσιές -
θα χτίσουν κι άλλη πολυκατοικία.

Ρίχνουν τα ωραία σπίτια ένα ένα,
τα σπίτια που μας ανάστησαν από μικρά,
με τα φαρδιά παράθυρα, τις ξύλινες σκάλες,
με τα ψηλά νταβάνια, τις λάμπες στους τοίχους,
τρόπαια λαϊκής αρχιτεκτονικής.

Κατατρέχουν τη γραφικότητα,
τη διώχνουν διαρκώς στην πάνω πόλη,
εκπνέει σαν προδομένη επανάσταση,
σε λίγο δε θα υπάρχει ούτε στις καρτ-ποστάλ,
ούτε στη μνήμη και την ψυχή των παιδιών μας.    Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα (Ιανός, 2004)


Ζωή Καρέλλη, Η στενή πύλη

                                 (Αψίς Γαλερίου, Θεσσαλονίκη 1959)

Ονομασία της οδού Εγνατία,
από Βασιλευούσης μέχρι Δυρραχίου
δόξα του Βυζαντίου
                          στην πατρίδα, τότε,
«περικλεεστάτη, λογία, πρεσβυτάτη»
αυτή έχει μείνει, τώρα,
απομεινάρι της απέραντης κυριαρχίας,
της αχανούς επικράτειας.
Καθώς έχει διανοιχτεί, κοινή,
πόλης αρκετά μεγάλης, βέβαια∙
με τις καινούργιες πολυκατοικίες,
τα φαρδιά πεζοδρόμια, δε στερείται
σημασίας τούτη της πολιτείας η αρτηρία.
Άλλη όμως η δική μου αφετηρία,
απ' όπου προσπαθώ να ξεκινήσω,
προς τα πίσω οδεύοντας.

Γνώση της ιστορίας, της μοίρας
του Ελληνισμού φιλοδοξίες
και κάποιες ευτυχισμένες του έθνους στιγμές.
Είσοδος του Ελληνικού στρατού,
ελευθερία τη μέρα της γιορτής του Πολιούχου.
Παρελάσεις, ζητωκραυγές,
ύστερα, οδομαχίες, φωτιές...

Μακραίνουν, μικραίνουν οι ενθυμήσεις, οι διηγήσεις,
η πραγματικότητα έχει αλλάξει
και σου εμποδίζει τη φαντασία
ο δρόμος ευρύς, καλοστρωμένος
προκαλεί νόμιμη αδιαφορία.

Μνήμη αχνή, παιδική,
όταν η αψίδα του Γαλερίου
με τα τριμμένα, γεμάτα σκόνη ανάγλυφα,
κατείχε το χώρο, επιβλητική
και σ' αυτή γύρω, συγκεντρωμένα
τα μικρομάγαζα και τα πιο μεγάλα
καταστήματα, κάπως καινούργια, τότε -
τα μεγάλα σπίτια με τις κλεισμένες,
αρχοντικές αυλές και τα μικρότερα,
όλα τριγύρω στην Καμάρα.
Εκεί γύρω, πυκνώνονταν οι συνοικίες μας,
ημών των υποτελών μαζί κι' οι εκκλησιές μας.

Νοσταλγία. Πώς αισθανόσουν, τότε,
τον εαυτό σου, μέσα στην πόλη σου !
Βεβαιότητα για τα γνωστά, στέρεα πλαίσια.
– Σχεδόν τίποτα, δεν έχει απομείνει
απ' την παλιά Θεσσαλονίκη
με τους αυστηρούς της αστούς.
Παρατηρώ την παραμερισμένην αψίδα
του Γαλερίου, αυτοκράτορος των Ρωμαίων,
έτος 300 περίπου μ.Χ.
                              Προς το δείλι,
σκιές κυανές και οι ρόδινες
προσέρχονται απ' τα γύρω στενορύμια,
αυτές προσθέτουν τη μουσική
ασύλληπτων ήχων στο αρχαίο μνημείο.
Ανάβουν ύστερα, ηλεκτρικοί γλόμποι,
μάλλον φτωχικοί.
                       Ώσπου,
πάνω απ' τα σπίτια της πόλης,
να υψωθεί η σελήνη μαγεύουσα.
Αυτή αφήνει να φανερωθεί η σιωπηλή κουστωδία:
στρατιές, οι αρχοντικές παραστάσεις,
οι μάχες, δηώσεις, σφαγές.
Πού να περάσουν όλες αυτές
οι μεγάλες ιστορικές ώρες, να χωρέσουν
φοβερές και ογκώδεις, οι τρομερές κραυγές
θριάμβου και πόνου, τώρα φανταστικές,
κάτω απ' το χαμηλό τόξο, που βαστά
τη μεγαλοπρέπεια τόσου βίου,
με μικρή πια την επιβολή !

Εγνατία Οδός
κι' εσύ της Αψίδας πύλη στενή,
προς το μέλλον της μνήμης πορεία,
της ψυχής οδηγία διαρκής.

Από τη συλλογή Το σταυροδρόμι (1973)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ "ΣΕΛΙΔΕΣ"

0 σχόλια
ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΣΤΟΧΟΙ: 1. Ιδιαιτερότητα γραφής – η πορεία της στο χρόνο
          2. Θεματολογία
                  3. Προσωπική οργάνωση αφήγησης, χώρου και χρόνου
 ΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥΣ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΥΣ 
(ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟΤΙΜΟ, 1964)
1η ώρα
Ερ1. Ποιες εικόνες της καθημερινής ζωής αποτελούν την αφόρμηση του πεζογραφήματος; Ποιες παρατηρήσεις κάνει στην πρώτη παράγραφο του πεζογραφήματος ο συγγραφέας; Ποιες σκέψεις διατυπώνει;
*χιούμορ – εύρημα αναφοράς χαμένων πατρίδων (σχετικά και στην Ιστορία Κ.)
*διευκρίνηση όρων: ράτσα, πατρίδα, πρόσφυγας, συγγένεια αίματος, με σύγχρονη οπτική (ερ.β.1)
 Ερ2. Με ποιες φράσεις τοποθετείται συναισθηματικά ο αφηγητής;
Ερ3.Ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να βρίσκεται ανάμεσα στους πρόσφυγες. Πώς ερμηνεύει ο ίδιος αυτή του τη λαχτάρα; Πώς την κατανοείτε εσείς;
Ερ4. «Θαρρείς και γύρισα επιτέλους στην πατρίδα»: Σε ποια επιστροφή αναφέρεται μ’ αυτά τα λόγια ο αφηγητής;
*αφηγητής
*αυτονομία ύφους
*θεματική (προσφυγιά, καταγωγή, αλλοτρίωση μεγαλούπολης, προσωπικό αδιέξοδο)
*σχόλιο  

Εργασίες
1)         Σχολιάστε τις φράσεις: “Κάπως αλλιώτικοι μοιάζουν μακρά, σε άλλα περιβάλλοντα συναντημένοι”, “Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες, δειλιάζουν μέσα στο νου / Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει, … Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα, όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους.”
2)          Ο συγγραφέας αρέσκεται στην περιγραφή του συγκεκριμένου, ενδιαφέρεται για τη λεπτομέρεια. Δώστε παραδείγματα  αυτής της τεχνικής.
3)         “Ο Ιωάννου κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη μεταπολεμική λογοτεχνία, ως θεμελιωτής της “βιωματικής πεζογραφίας” η οποία, συσσωματώνοντας την αυτοβιογραφική με τη συλλογική μνήμη, καταλήγει σε μια ιδιότυπη εξομολογητική γραφή που πείθει τον αναγνώστη, τον συμβουλεύει, τον παρηγορεί και τον καταπραΰνει” Επιβεβαιώστε με στοιχεία του κειμένου την εκτίμηση αυτή της Αντιγ.Βλαβιανού.
4)          Πιστεύετε ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει εξατομικευμένο χαρακτήρα στις παρατηρήσεις και στις απόψεις του αφηγητή; Να δικαιολογήσετε τη θέση σας.

 2η ώρα
 Ερ5. Να αποδώσετε σύντομα με δικά σας λόγια τη βασική εικόνα της παραγράφου: «Ολομόναχος, ξένος παντάξενος …  παραπονιάρικο βόμβο». Πώς συνδέεται με το υπόλοιπο πεζογράφημα;
*τεχνική του διασπασμένου θέματος
*βιωματικότητα
*ποιητικότητα
 Ερ.6 Ο συγγραφέας κινείται ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους: εκείνον της πόλης και εκείνον των προσφύγων. Πώς περιγράφει τον καθένα από αυτούς; Ποιες αντιθέσεις μπορείτε να εντοπίσετε στα χαρακτηριστικά τους;
Ερ.7 Ποια προβλήματα του «πολιτισμού» μας φέρνει στο προσκήνιο ο αφηγητής μέσα από τις παρατηρήσεις και τα παράπονα που εκφράζει στο πεζογράφημα;
*αναζήτηση ταυτότητας (ερ.β.2) (ερ.β.3)
Ερ.8 Ο εξομολογητικός προσωπικός τόνος χαρακτηρίζει συχνά το έργο του Ιωάννου. Σε ποια σημεία του κειμένου μπορείτε να τον επισημάνετε;
*εξομολογητικός χαρακτήρας (Κοτζιάς: η τέχνη του φενακισμού, ο Ιωάννου πλησιάζει την αλήθεια χωρίς ποτέ να την αποκαλύπτει)
 *βιογραφικά στοιχεία και εργογραφία
Ερ.9 Ποια βιώματα του συγγραφέα μπορεί να συνέβαλαν, κατά τη γνώμη σας, στην αίσθηση της χαμένης ζωής μέσα σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη με πλούσια ιστορία;
*πεζογραφήματα
*Για τη συλλογή “Για ένα φιλότιμο”

Εργασίες
1)            Ο αφηγητής μοιάζει ενσωματωμένος περισσότερο στην κοινωνία των προσφύγων και λιγότερο στην κοινωνία της πόλης του. Σε ποια σημεία του κειμένου προβάλλεται περισσότερο, κατά τη γνώμη σας, αυτό; Πού πιστεύετε ότι οφείλεται;
2)   "Τα πεζογραφήματα του Ιωάννου «άλλοτε πλησιάζουν τον άμορφο μονόλογο […], άλλοτε υποδύονται το δοκίμιο, άλλοτε πάλι εμφανίζονται ως παραδοσιακά διηγήματα”.(Κοτζιάς Α.). Να δώσετε μερικά παραδείγματα μέσα από τις Σελίδες από τα οποία να φαίνονται οι διαφορετικές μορφές γραφής του.

 ΣΤΟΥ ΚΕΜΑΛ ΤΟ ΣΠΤΙ
 (Η ΜΟΝΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ, 1974)
1η ώρα
Α’ενότητα : παρουσίαση επισκέψεων
Ερ.1 Η αφήγηση οργανώνεται με βάση το χρόνο. Μπορείτε να εντοπίσετε τα διαφορετικά επίπεδά του;
Ερ.2 Σε ποιο σημείο του αφηγήματος χρησιμοποιεί ο συγγραφέας την τεχνική της προοικονομίας και τι πετυχαίνει μ’ αυτήν;  Σε ποια σημεία της αφήγησης χρησιμοποιείται η τεχνική της επιβράδυνσης και σε ποια η τεχνική της επιτάχυνσης;
*Αφηγηματικός χρόνος: από το συγγραφικό παρόν με ακρίβεια αναδρομές επισκέψεων προπολεμικά και μεταπολεμικά / το παρόν της αστικοποίησης (όχι θεματική διάσπαση αλλά ευθύγραμμη αφήγηση)
 Ερ.3 Πώς συμπεριφέρεται η γυναίκα σε κάθε μία από τις επισκέψεις της; Πώς συνδέεται η αλλαγή της διάθεσής της με τις αλλαγές του τοπίου και της πόλης;
Ερ4. Ποιος είναι ο χώρος (στενότερος – ευρύτερος) στον οποίο εξελίσσεται η δράση; Γιατί επεκτείνεται, κατά την άποψή σας, στην αναλυτική περιγραφή του δέντρου τους και του καρπού του;
 Ερ5. Πώς σχετίζεται ο τίτλος του αφηγήματος με το περιεχόμενό του;
*Αφηγηματικός χώρος: περιοχή Θεσσαλονίκης / κυριαρχεί το αστικό τοπίο και η αρχιτεκτονική του / η μουριά ως στοιχείο πλοκής. *ο αγιογράφος της Θεσσαλονίκης
 Ανάμεσα στις δύο συλλογές (Για ένα φιλότιμο και Η μόνη κληρονομιά) υπάρχει μια διαφοροποίηση: α)  η πόλη δεν είναι πια πρόφαση για εξομολόγηση αλλά σκηνικό για γεγονότα, καταστάσεις, εποχές. β)η πόλη εμφανίζεται στη δραστηριότητα όχι κυρίως της νύχτας αλλά όλου του εικοσιτετραώρου και κατά συνέπεια τα θέματα από τις ερωτικές μνήμες μεταφέρονται στην απώλεια και το θάνατο, γ) κυριαρχούν πια τα συλλογικά βιώματα και έτσι γύρω από τον αφηγητή εμφανίζονται πλήθος άλλα πρόσωπα που οικοδομούν το μύθο της πόλης.
*μνήμη, παρατήρηση
*Συγκίνηση και χιούμορ
*Ποιητικότητα, υποβλητικότητα: υπαινικτικότητα / εσωστρέφεια / λιτότητα στην έκφραση συναισθημάτων και μεταστροφών (Στη συλλογή αυτή η συγγραφική ωριμότητα φαίνεται από την ακόμα μεγαλύτερη απλότητα των αφηγηματικών μέσων )

Εργασίες
1)         ερ.β.3
2)         Τα πεζογραφήματα του Ιωάννου θεωρήθηκαν ως μια φυλετική και ιστορική συνείδηση της πόλης του, της Θεσσαλονίκης.(Κουμανταρέας Μ., Πλανόδιος Σαλπιγκτής, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1989) Τεκμηριώστε την άποψη.
3)         «Η αφηγηματική ύλη των πεζογραφημάτων του Ιωάννου «θησαυρίστηκε» με δύο κυρίως «όργανα»: τη μνήμη και την παρατήρηση». Με τη βοήθεια των πεζογραφημάτων που ανθολογούνται στις Σελίδες να προσπαθήσετε να διακρίνετε τι «θυμάται» και τι «παρατηρεί» συνήθως ο συγγραφέας. (Δρουκόπουλος Α., Γιώργος Ιωάννου, Ένας οδηγός για την ανάγνωση του έργου του, Αθήνα 1992 )  

 Β’ενότητα 
Ερ6. Πώς παρουσιάζονται στο πεζογράφημα η παλιά και πώς η μοντέρνα πόλη; Ποια είναι η βασική διαφορά τους, κατά τον αφηγητή;
Ερ.7 Πώς αποκαλύφθηκε η τουρκική καταγωγή της γυναίκας; Επέδρασε αυτή η αποκάλυψη στα συναισθήματα που έτρεφαν γι αυτήν ο αφηγητής και οι δικοί του;
  Ερ8. Με ποιο τρόπο επηρέασαν οι ιστορικές συνθήκες την εξέλιξη της προσωπικής ζωής της γυναίκας;
*Πρόσωπα: Τουρκάλα (σταδιακή αποκάλυψη), οικογένεια, αφηγητής, γριά (Ερ.β.1)   
*αφηγητής: αλλοδιηγητικός αφηγητής σε α’πληθ. με εσωτερική εστίαση
  *Αγάπη για τον άνθρωπο
*θέματα: παιδικά βιώματα / εθνικές συμφορές / αισθητική αστικών κέντρων (Ερ.β.2)
*Ο λόγος του                          

Εργασίες
1)         Χαρακτηριστικό αρκετών πεζογραφημάτων του Ιωάννου είναι ο μικροπερίοδος λόγος και η απλή καθημερινή γλώσσα.
2)         Να βρείτε μερικά από τα εκφραστικά μέσα / τρόπους του κειμένου που επιτρέπουν να χαρακτηρίσουμε τη γραφή του συγγραφέα ευαίσθητη, αλλά όχι μελοδραματική.
3)         Να χαρακτηρίσετε την ξένη από την περιγραφή της μορφής και της συμπεριφοράς της.
4)         Ο αφηγητής φαίνεται να μην εκτιμά καθόλου ούτε τον τρόπο με τον οποίο εκσυγχρονίζεται η πόλη ούτε τους φορείς που έχουν αναλάβει τον εκσυγχρονισμό της. Σε ποια σημεία του κειμένου προβάλλεται αυτή η θέση του;
5)          Μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του Ιωάννου είναι: Η περιγραφή ανθρώπων καθημερινών, γεγονότων που δε διεκδικούν καμιά πρωτοτυπία και παθών που δεν τονίζεται ποτέ υπερβολικά η δραματικότητά τους . Να σχολιάσετε με βάση το κείμενο αυτά τα γνωρίσματα του έργου του
6)         Με βάση το κείμενο προσπαθήστε να δώσετε ένα παράδειγμα απ’ το οποίο να διαφαίνεται ο ρεαλιστικός τρόπος γραφής του Γιώργου Ιωάννου.


 

ΣΙΡΙΣ - SIRIS Copyright © 2008 Black Brown Art Template by Ipiet's Blogger Template